Η καλλιέργεια της σταφίδας ήταν πολύ απαιτητική και κουραστική εργασία για όλο το χρόνο. Τα κλήματα χρειαζόταν κλάδεμα, φουρκάδιασμα, ξελάκωμα, λιπάρισμα, σκάλισμα, χαράκωμα, γαλάζωμα, θειάφισμα, ξεφύλλισμα, τρύγημα. Τέλος άπλωναν τα σταφύλια στον ήλιο για να ξεραθούν και να γίνουν σταφίδα. Το αμπέλι για τη παραγωγή του κρασιού χρειαζόταν λιγότερη εργασία.
Πριν αρχίσει ο τρύγος ετοιμάζαμε τα αλώνια, αφού πρώτα είχαμε διαλέξει μια τοποθεσία που να έχει αρκετό ήλιο σχεδόν όλη την ημέρα για να λιαστούν τα σταφύλια, δηλαδή να χάσουν τα υγρά. Πρώτα ξύναμε με την αξίνα το αλώνι για να αφαιρέσουμε διάφορα ξερά χόρτα και αγκάθια, ακολουθούσε το σκούπισμα με τη σαρωματίνα (σκούπα από αφάνα). Μετά τοποθετούσαμε στο καζάνι κοπριά αγελάδας με νερό, το ανακατέβαμε και το βάζαμε σε ένα μπουγέλο (κουβά). Το ρίχναμε λίγο-λίγο πάνω στο αλώνι και το σκορπούσαμε με την σαρωματίνα σε όλη την επιφάνεια του αλωνιού. Όταν στέγνωνε γινόταν στεγανό στρώμα, το οποίο προστάτευε τα απλωμένα σταφύλια από την υγρασία του εδάφους. Μερικοί αγρότες άπλωναν τα σταφύλια πάνω σε χαρτί. Γύρω από το αλώνι ανοίγαμε μικρά αυλάκια και βάζαμε πασσάλους στη μέση και άκρα του αλωνιού για να τοποθετήσουμε νάιλον σκέπασμα σε περίπτωση βροχής. Μερικες φορές άρχιζαν τα μπουμπουνιταριά και τρέχαμε να σκεπάσουμε τα αλώνια με τη σταφίδα.
Για να ξεχάσουμε τη κούραση λέγαμε αστεία και ακούγαμε τραγούδια από το ραδιόφωνο τρανζίστορ. Γύρο στις 10 παίρναμε μια ανάσα και είχαμε κολατσιό. Καθόμαστε στο έδαφος κάτω από μια ελιά και τρώγαμε ζυμωτό ψωμί με λάδι, αγγούρι, ντομάτα, κρεμμύδι και χωριάτικο κρασί. Το μεσημέρι καθόμαστε για το κύριο γεύμα. Η μητέρα μας σέρβιρε το φαγητό, κυρίως κοτόπουλο ή άλλο κρέας με πατάτες, μακαρόνια, ρύζι, ψωμί, τυρί, και άφθονο κρασί. Άλλες μέρες μια φασολάδα. Μετά το φαγητό ξαπλώναμε περίπου 20 λεπτά ακούγοντας το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών. Το απόγευμα κάναμε διάλειμμα και είχαμε το τελευταίο γεύμα. Ανάβανε μια εφημερίδα και πάνω στη φλόγα καψαλίζαμε αλμυρό μπακαλιάρο ή μιά ρέγγα, ρίχναμε στο πιάτο λαδολέμονο, κρεμμύδι και τρώγαμε με άφθονο ψωμί και κρασί. Με το βασίλεμα του ήλιου τελείωνε και η εργασία για αυτή την ημέρα. Πηγαίναμε στο σπίτι, στο όποιον δεν υπήρχε ηλεκτρικό φώς και τρεχούμενο νερό. Οι άντρες πήγαιναν στο καφενείο και η μητέρα μας άρχιζε τις δουλειές του σπιτιού: να ανάψει φωτιά να μαγειρέψει να φάμε κάτι. Επίσης είχε να αντιμετωπίσει όλες τις άλλες δουλειές του σπιτιού.
Μετά από 7μήνες μόχθου με την καλλιέργεια του σταφυλιού, άρχιζε ο τρύγος. Όλη η οικογένεια έπαιρνε μέρος. Φορτώναμε στο γάιδαρο τα παιδιά και το σακούλι με το φαγητό και ξεκινούσαμε για το χωράφι. Οι γυναίκες μαντιλοδεμένες με μεγάλα ψάθινα καπέλα στο κεφάλι μέσα στην ανυπόφορη ζέστη του Αυγούστου, με τον ιδρώτα να τρέχει αδιάκοπα, κόβαμε τα σταφύλια από τα κλήματα με ειδικό μαχαίρι τη φαλτσέτα ή σουγιά και τα ρίχναμε στα κοφίνια (κόφες). Όταν γέμιζε το κοφίνι με σταφύλια οι άνδρες το έβαζαν στον ώμο και το πήγαιναν στο αλώνι για να το απλώσουν οι νεότεροι και οι γεροντότεροι. Το άπλωμα ήταν η πιο κουραστική εργασία διότι χρειαζόταν να απλώσουν με το χέρι ένα-ένα τα σταφύλια στο αλώνι. Μετά από 8 ημέρες τα γυρίζαμε στην άλλη όψη για να αποξηρανθούν και σε 15 ημέρες το αποξηραμένο σταφύλι γινόταν σταφίδα.
Μετά την αποξήρανση την τρίβαμε με τις παλάμες για να ξεχωρίσουν οι ξεροί μίσχοι (τα κόρτσαλα) από τις ξηρές ρώγες και με το γράβαλο ξεχωρίσαμε τιη σταφίδα απο τα κόρτσαλα. Ακολουθούσε το λίχνισμα με το όποιον χωρίζαμε τη σταφίδα απο τις σκόνες και μικρά κόρτσαλα με τη βοήθεια ασθενή αέρα ή με την Μάκινα, μια ειδική λιχνιστική μηχανή. Όταν είχαμε τη σταφίδα στο αλώνι για να τη προστατεύσουμε από τους κλέφτες κοιμόμαστε τη νύχτα δίπλα στο αλώνι. Εμείς τα παιδιά είμαστε όλο χαρά να κοιμηθούμε στο αλώνι μαζί με τον παππού και γιαγιά. Ξαπλώναμε και μετρούσαμε τα αστέρια μέχρι να αποκοιμηθούμε.
Τη σταφίδα τη βάζαμε στά σακιά και τα φορτώναμε στο γάιδαρο και άλογο για να τη μεταφέρουμε στην αποθήκη. Από τη Λούτσα στη Φοινικούντα ερχόμαστε από την αμμουδιά της Λούτσας, ανεβαίναμε στο λοφίσκο Καταραχάκια και κατεβαίναμε στο Λιγονάμμο, προχωρούσαμε κάτω από το βράχο του σχολείου και φθάναμε στη Φοινικούντα. Απίστευτο και όμως αληθινό, διότι σήμερα ούτε με τα πόδια δεν μπορείς να περάσεις κάτω απο το βράχο του σχολείου.
Στη Φοινικούντα έρχονταν σταφιδέμποροι και άρχιζε η τρομερή αγωνία και άγχος μέχρι να πουλήσουμε τη σταφίδα, διότι ο έμπορος καθόριζε τη ποιότητα και την αγοραστική τιμή της σταφίδας. Υπήρχε και ο κρατικός οργανισμός (Α.Σ.Ο.) που αγόραζε σταφίδες. Τη δεκαετία του 1950 υπήρχαν στη Λούτσα και στη Φοινικούντα αποθήκες που τις χρησιμοποιούσαμε για να αποθηκεύουμε λιπάσματα και σταφίδες. Ερχόταν το καΐκι φορτωμένο λίπασμα και άραζε περίπου 100 μέτρα από τη παραλία. Εργάτες φόρτωναν τα σακιά με το λίπασμα απο το καΐκι στις βάρκες και τα έφερναν στη παραλία. Από εκεί τα φόρτωναν στον ώμο και τα πήγαιναν στις αποθήκες. Υπήρχε η ίδια διαδικασία να πάρουν τη σταφίδα από τις αποθήκες και να τη μεταφέρουν στο καΐκι. Τη δεκαετία του 1960 με τη καλυτερεύσει των δρόμων στην περιοχή μας το καΐκι αντικαταστάθηκε με το φορτηγό αυτοκίνητο και όλες οι μεταφορές γίνονταν διά ξηράς.
Πωλούσαμε τη σταφίδα και αφού πληρώναμε το χρέος στην αγροτική τράπεζα για λιπάσματα και άλλα υλικά το μόνο που μας έμενε ήταν το γράβαλο και η σαρωματίνα έλεγαν οι παλιοί! Η απογοήτευση και φτώχεια ήταν μεγάλη, έτσι τις δεκαετίες του 1950 και 1960 άρχισε η εγκατάλειψη της υπαίθρου και η μετακόμιση στις μεγαλουπόλεις, κυρίως στην Αθήνα. Επίσης χιλιάδες νέοι και νέες μετανάστευσαν στην Αυστραλία, Καναδά και Γερμανία. Οι υπόλοιποι αγρότες σιγά-σιγά εγκατέλειψαν τη καλλιέργεια της σταφίδας και άρχισαν να καλλιεργούν θερμοκήπια.
Καλοκαίρι 1963. Είμαστε στην σταφίδα Βλαστάρο, το σημερινό Camping Loutsa. Εγώ αριστερά και η μητέρα μου Σοφία ρίχνουμε μείγμα κοπριάς από τους κουβάδες στο αλώνι και ο πατέρας μου Παναγιώτης το απλώνει με τη σαρωματίνα. Αφού έχει στεγνώσει απλώναμε τα σταφύλια. Η μικρή εξαδέλφη μου Βάσω, κόρη της Ντίνας και Οδυσσέα Κοντού, παρακολουθεί τη διαδικασία. Η Ντίνα είναι αδελφή της μητέρας μου Σοφίας
Καλοκαίρι 1963. Τρυγάμε στη τοποθεσία Βλαστάρο. Απο αριστερά είναι ο πατέρας μου, η γιαγιά Δήμητρα (μητέρα της μάνα μου), η μητέρα μου, ο παππούς Παναγιώτης Κουτέλης (σύζυγος της γιαγιάς Δήμητρας), η αδελφή μου Κική και η θεία μου Γιαννούλα Κανέλλη (αδελφή της μητέρας μου)
Καλοκαίρι 1963. Στη Βλαστάρο. Ο πατέρας μου κουβαλάει τη κόφα γεμάτη σταφύλια στο αλώνι, ενώ τα αδέλφια μου Νίκος και Κική τα απλώνουν
Καλοκαίρι 1964. Τρυγάμε στην τοποθεσία Βλαστάρο. Από αριστερά μπροστά είναι η εξαδέλφη μου Βάσω Κοντού, πίσω η μητέρα μου, η γιαγιά μου Γιαννούλα (Νινίνα),πίσω ο πατέρας μου και δίπλα της ο Γιώργης Καστελιώτης, πίσω του η μητέρα του Ασπασία, δίπλα της ο γιος της Νικόλαος Καστελιωτης (σύζυγος της αδελφής μου Κική), μπροστά του είναι ο αδελφός μου Νίκος.
Καλοκαίρι 1964. Έχουμε τελειώσει τον τρύγο στο Πετράκι και είμαστε στο αλώνι (σήμερα περνά η Εθνική οδός Φοινικούντα-Καλαμάτα, νότια από το Πετράκι). Διακρίνονται από αριστερά: Νίκος Καστελιώτης, ο αδελφός μου Νίκος, ο σκύλος μας, γιαγιά Γιαννούλα (Νινίνα), εξαδέλφη Βάσω Κοντού, μητέρα μου, Ασπασία Καστελιώτη, ο πατέρας μου με την σαρωματίνα και ο Γιώργης Καστελιώτης
My long and arduous life journey began in the south of Greece on the Mediterranean Sea, where I grew up surrounded by sand and water. From a very young age I was fascinated by what water could do when mixed with other materials. I watched a neighbour making lime at his kiln, and excitedly observed the reaction that occurred when I poured water on a piece of discarded lime and it made a fizzing noise and let off white fumes. I curiously looked on as builders mixed lime with sand and water to make a lime mortar that they used for binding stones together. When my Great Aunt Ioanna made soap, I waited impatiently to see the foaming reaction that was generated when she mixed all the ingredients. And I loved watching the grape must in the wine barrel when it started to ferment, bubbling and gurgling and sometimes overflowing. All these observations triggered my curiosity for chemistry long before I knew what chemistry was.
Growing up in post-War rural Greece, where everyone was poor, also sparked in me a strong inclination for making money. I started my first business with two friends at the age of 9, hauling sacks of sand by donkey from the beach to the main road, and selling it to a stone builder for making lime mortar. When I was 10, I made and sold pasteli (honey sesame seed bars) with a friend at a festival. Sometimes in August, after the grape harvest, I used to go through our vineyards and pick any remaining grapes, which I dried into currants and sold to a middleman for a meager sum. It didn’t matter how much I earned. The excitement of making money is what counted. Success requires patience, perseverance, discipline, an analytical mind, focus and experience.
One of the best decisions I ever made in my life was to pursue graduate studies at the University of Akron, Ohio, U.S.A. I was fortunate to receive financial support from the University, and spent 9 semesters as a graduate student before earning my PhD in Chemistry. I will cherish forever the memories for the years I spent at the University of Akron.
The existence of life on our planet is a miracle thanks to the presence of water. Because water is a lightweight molecule, it should exist only as a gas, like oxygen. However, because of its special physical and chemical properties, water exists as a liquid and sustains life as we know it on earth. My life journey has been very exciting because of my fascination with all the miracles of chemistry in our world, and with the thrill of building financial wealth.
Life is a challenging journey, full of struggles and adventures, which is what makes it interesting. There is so much to do, and we experience only a small part of what life has to offer. In the end, we only take with us the collection of our memories.
Although the book is mainly a personal account, it contains some topics of general interest for readers, including:
1. The Tsonis Ancestry and Genealogical Tree
2. Life in Rural Greece, in the early 20th century, especially in Tsonaika, Loutsa and Finikounda. *Agriculture, Fishing, Domestic Crafts *Status of Rural Women *Marriage *Religious Feasts and Festival *Childhood years *Education *Hygiene and Healthcare
3. Greek Diaspora *Early Greek immigration and settlements in U.S.A., *The First Tsonis Immigrants to the U.S.A. *First and second wave of Greek immigration to Australia and Canada.
The reader can read the book free of charge in the PDF form by using the link below, or convert it to an iBook for easier reading. Press the link and wait for two minutes to see the image.
Christos P. Tsonis was born in the picturesque village Finikounda, Messinias, Greece. After completing Primary School in Finikounda and High School in Pylos, he moved to Canada and then to the U.S.A. to study Chemistry, earning his BS, MS and PhD degrees in Chemistry at the University of Akron, Ohio, U.S.A. The University of Akron is considered one of the world’s most renowned Institutions in the field of New Materials and Polymers and has some of the brightest researchers. He was interested in specializing in Synthetic Polymer Chemistry using Homogeneous Catalysis. As a graduate student, he taught and conducted research at the University of Akron. After graduation he held teaching and/or research appointments at Laurentian University, the National Research Council of Canada and KFUPM.
TEACHING Over the years he taught he courses:
GENERAL CHEMISTRY Textbooks Used Chemical Principles by W. L. Masterton, E.J. Slowinski & C. L. Stinitski General Chemistry by R. H. Petrucci General Chemistry by J. E. Brady & G. E. Humington
QUALITATIVE ORGANIC CHEMISTRY Textbook Used The Synthetic Identification of Organic Compounds by R. L. Shriner, R. C. Fuson, D. Y. Curtin & T. C. Morrill
PETROCHEMISTRY Textbook Used From Hydrocarbons to Petrochemicals by L. F. Hatch & S. Matar
POLYMER CHEMISTRY Textbook Used Textbook of Polymer Science by R. B. Seymour & C. E. Carraher, Jr.
POLYMER SYNTHESIS Textbook Used Principles of Polymerization by G. Odian
RESEARCH His research lies in Homogeneous Catalysis and Polymers and particularly in product analysis and its mechanistic aspects of alkenes, alkynes and arenes by transition metal complexes. Also, synthetic techniques, mechanistic pathways and structural characterization of copolymers derived from liquid SO2 with alkenes, alkynes and their derivatives in the presence of the (CH3)3COOH/SO2 initiator system at relatively low temperatures. Aromatic Hydrocarbon-Based Polymers.
He has authored and co-authored a number of peer reviewed research articles, reviews, book chapters and invited book chapters that have been published in the Journal of American Chemical Society, the Journal of Polymer Science, Polymer, the Journal of Molecular Catalysis, the Journal of Organometallic Chemistry, Comprehensive Polymer Science and the Polymeric Materials Encyclopedia.
Currently he is retired from academic life and resides in Toronto, Canada, with his wife Susan Doy, their son Frank, daughter Sophie, her husband Louis and their children Ana Karolina and Lucas. Christos is an avid investor, managing his multimillion dollar private Investment Holdings and still marvelling at the mysteries of Chemistry in our world that make life so rich.
He has authored and co-authored numerous peer-reviewed scholarly research articles, reviews, book-chapters, invited book-chapters and books, that have been published in some of the most prestigious international Chemical Publications, including the Journal of American Chemical Society, the Journal of Polymer Science, Polymer, the Journal of Molecular Catalysis, the Journal of Organometallic Chemistry, Comprehensive Polymer Science and the Polymeric Materials Encyclopedia.
HIGH INCORPORATION OF SO2 INTO COPOLYMERS RESULTING FROM ACRYLIC MONOMERS/SULPHUR DIOXIDE SYSTEMS AT LOW TEMPERATURE Article in Macromolecular Rapid Communications, 10(12), 641-644, 1989 DOI: https://doi.org/10.1002/marc.1989.030101205
AN AB INITIO STUDY OF STRUCTURAL STABILITY OF POLY(PHENYLACETYLENE) DIMERS AND TRIMERS Article in Journal of Molecular Structure THEOCHEM 394(1): 49-55. April 1997 DOI: https://doi.org/10.1016/S0166-1280(96)04912-3
POLYSULFIDES Book-chapter in Advances in Engineering Fluid Mechanics: Multiphase Reactor and Polymerization System Hydrodynamics. Chapter 28, pp.737-746. December 1996 DOI: http://dx.doi.org/10.1016/B978-088415497-6/50030-9
SPIN TRAPPING IN THE INTERACTION BETWEEN ACETYLENIC HYDROCARBONS AND GROUP VIB METAL CARBONYLS Article in Reaction Kinetics Letters 52(2): 347-356. June 1994 DOI: http://dx.doi.org/10.1007/bf02067808
RADICALS IN THE SYNTHESIS OF SULPHUR DIOXIDE-BASED COPOLYMERS Article in Journal of Polymer Science Part A Polymer Chemistry 31(6):1417-1421. May 1993 DOI: 10. http://dx.doi.org/10.1002/pola.1993.080310608
HOMOGENEOUS CATALYTIC OLIGOMERIZATION OF TERMINAL ALKYNES AND METATHESIS of INTERNAL ALKYNES USING GROUP VIB METAL CARBONYL BASED COMPLEXES Article in Reaction Kinetics Catalysis Letters 46(2): 359-364. March 1992 DOI: http://dx.doi.org/10.1007/bf02070958
ELECTRON PARAMAGNETIC RESONANCE APPLICATION to POLYMERS: 4. The SEGMENTAL VOLUME OF POLY (PHENYLACETYLENE ) USING DIFFERENT NITROXIDE SPIN PROBES Article in Polymer (Guildf) 32(2): 231-234. December 1991 DOI: https://doi.org/10.1016/0032-3861(91)90007-6
HOMOGENEOUS CATALYTIC POLYMERIZATION OF BENZYL CHLORIDE LEADING TO LINEAR HIGH MOLECULAR WEIGHT POLYMERS: AN ELUSIVE GOAL Review Article in Journal of Molecular Catalysis 57(3): 313-323. January 1990 DOI: https://doi.org/10.1016/0304-5102(90)85006-4
SPIN TRAPPING IN THE INTERACTION BETWEEN ACETYLENIC HYDROCARBONS AND GROUP VIB METAL CARBONYLS Article in Reaction Kinetics Letters 52(2): 347-356. June 1994 DOI: http://dx.doi.org/10.1007/bf02067808
CATALYSIS ON POLYMERIC MATRICES Review Article in Journal of Chemical Education 61(6): 479-483. June 1984 DOI: https://doi.org/10.1021/ed061p479
RADICALS IN THE SYNTHESIS OF SULPHUR DIOXIDE-BASED COPOLYMERS Article in Journal of Polymer Science Part A Polymer Chemistry 31(6):1417-1421. May 1993 DOI: 10. http://dx.doi.org/10.1002/pola.1993.080310608
HOMOGENEOUS CATALYTIC OLIGOMERIZATION OF TERMINAL ALKYNES AND METATHESIS of INTERNAL ALKYNES USING GROUP VIB METAL CARBONYL BASED COMPLEXES Article in Reaction Kinetics Catalysis Letters 46(2): 359-364. March 1992 DOI: http://dx.doi.org/10.1007/bf02070958
ELECTRON PARAMAGNETIC RESONANCE APPLICATION to POLYMERS: 4. The SEGMENTAL VOLUME OF POLY (PHENYLACETYLENE ) USING DIFFERENT NITROXIDE SPIN PROBES Article in Polymer (Guildf) 32(2): 231-234. December 1991 DOI: https://doi.org/10.1016/0032-3861(91)90007-6
HOMOGENEOUS CATALYTIC POLYMERIZATION OF BENZYL CHLORIDE LEADING TO LINEAR HIGH MOLECULAR WEIGHT POLYMERS: AN ELUSIVE GOAL Review Article in Journal of Molecular Catalysis 57(3): 313-323. January 1990 DOI: https://doi.org/10.1016/0304-5102(90)85006-4
POLYBENZYLS Invited Book-chapter in Comprehensive Polymer Science and Supplements First Edition, Pergamon Press PLC., Volume 5, Chapter 26, pp. 455-464. December 1989 DOI: http://dx.doi.org/10.1016/B978-0-08-096701-1.00167-1
COPOLYMERIZATION OF SULPHUR DIOXIDE WITH SOME ALKENOIC ACIDS Article in Journal of Applied Polymer Science 38(10): 1899-1911. November 1989 DOI: http://dx.doi.org/10.1002/app.1989.070381011
PUBLICATIONS HOMOGENEOUS and HETEROGENEOUS COPOLYMERIZATION of STYRENE and SULPHUR DIOXIDE USING the (CH3)3COOH/SO2 REDOX SYSTEM Article in Journal of Applied Polymer Science 37(11): 3163-3176. June 1989 DOI: http://dx.doi.org/10.1002/app.1989.070371108
CHARACTERIZATION OF ACRYLIC ACID SULPHUR DIOXIDE COPOLYMERS BY C-13 NMR SPECTROSCOPY Article in Journal of Polymer Science Part B Polymer Physics 26(7):1539-1543. July 1988 DOI: http://dx.doi.org/10.1002/polb.1988.090260715
CLEAVAGE OF ETHERS WITH BENZOYL CHLORIDE CATALYZED BY ARENE TRICARBONYL METAL COMPLEXES Article in Journal of Molecular Catalysis 45(2): 145-150. May 1988 DOI: https://doi.org/10.1016/0304-5102(88)80001-4
ESR SPIN RADICAL TRAPPING IN DEHYDROHALOGENATION OF ALKYL HALIDES CATALYZED BY MOLYBDENUM HEXACARBONYL Article in Journal of Molecular Catalysis 44(2): 259-267. February 1988 DOI: http://dx.doi.org/10.1016/0304-5102(88)80036-1
PETROCHEMICALS: THE CHEMISTRY OF CATALYZED AIR OXIDATION OF FOSSIL HYDROCARBONS Review Article in Fuel Processing Technology 17(3): 285-300. January 1988 DOI: http://dx.doi.org/10.1016/0378-3820(88)90041-0
STEREOSELECTIVE ALTERNATING COPOLYMERIZATION OF ALIPHATIC ACETYLENES WITH SULPHUR DIOXIDE Article in Polymer (Guildf) 27(12): 1991-1998. December 1986 DOI: https://doi.org/10.1016/0032-3861(86)90196-5
CHARACTERIZATION OF SOME TERMINAL ALIPHATIC ALKYNE OLIGOMERS BY HIGH FIELD C-13 NMR SPECTROSCOPY Article in Polymer Communications (Guildf) 27(5): 145-147. May 1986
OLIGO-CONDENSATION OF BENZYL CHLORIDE CATALYZED BY GROUP VIIB METAL CARBONYL HALIDES Article in Journal of Molecular Catalysis 33(1): 61-61. October 1985 DOI: https://doi.org/10.1016/0304-5102(85)85017-3
EPR APPLICATION TO POLYMERS. 3. EPR STUDIES OF POLY(PHENYLACETYLENE) USING DIFFERENT NITROXIDE SPIN PROBES Article in Macromolecules 18(10): 2051-2056. October 1985 DOI: http://dx.doi.org/10.1021/ma00152a043
CHARACTERIZATION OF POLY CYCLOHEXENE BY C-13 NMR SPECTROSCOPY Article in Polymer Bulletin 12(5): 475-479. November 1984 DOI: https://doi.org/10.1007/BF00255437
CATALYTIC ACTIVITY AND SELECTIVITY OF GROUP VIB METAL CARBONYL COMPLEXES IN DEHYDROHALOGENATION REACTIONS Article in Journal of Molecular Catalysis 26(2): 219-229. SEPTEMBER 1984 DOI: https://doi.org/10.1016/0304-5102(84)85005-1
STRUCTURAL CHARACTERIZATION OF POLYBENZYLS BY HIGH FIELD C-13 NMR SPECTROSCOPY Article in Journal of Polymer Science Polymer Chemistry Edition 22(6):1349-1355. July 1984 DOI: http://dx.doi.org/10.1002/pol.1984.170220615
EPR APPLICATION TO POLYMERS. 2. SPIN PROBING OF POLY(PHENYLACETYLENE) Article in Macromolecules 16(5): 736-739. September 1983 DOI: http://dx.doi.org/10.1021/ma00239a006
ELECTRON PARAMAGNETIC RESONANCE STUDIES OF THERMALLY PRODUCED RADICALS IN PHENYLACETYLENE Article in The Journal of Physical Chemistry 86(20): 4017- 4019. September 1982 DOI: http://dx.doi.org/10.1021/j100217a026
POLYMERIZATION OF ACETYLENES CATALYZED BY RHENIUM CARBONYL HALIDES Article in Journal of Polymer Science Polymer Chemistry EDiTION 17(6):1779-1788. June 1979 DOI: http://dx.doi.org/10.1002/pol.1979.170170619
CATALYSIS OF ALKYNE OLIGOMERIZATION BY RHENIUM CARBONYL HALIDES Book-chapter in Fundamental Research in Homogeneous Catalysis, Springer US, Volume 3, Chapter 27, pp. 409-419. January 1979 DOI: http://dx.doi.org/10.1007/978-1-4613-2958-9_27
RING RETENTION IN HOMOPOLYMERIZATION OF CYCLIC OLEFINS By RHENIUM OLEFINS METATHESIS CATALYSTS Article in Polymer Science Polymer Chemistry Edition 17(1): 185-192. January 1979 DOI: http://dx.doi.org/10.1002/pol.1979.170170118
GROUP VIB CARBONYL HALIDES AS CATALYSTS FOR THE POLYMERIZATION OF AlKYNES AND CYCLIC OLEFINS Book: Publisher the University of Akron, pages 420, 1977 DOI: https://books.google.ca/books?id=CH9CNwAACAAJ
POLY CYCLOHEXENE: HOMOPOLYMERIZATION OF CYCLOHEXENE UNDER MILD CONDITIONS Article in Journal of the chemical Society Chemical Communications 364-364, 1977 DOI: https://doi.org/10.1039/C39770000363
FRIEDEL-CRAFTS REACTIONS CATALYZED BY POLYSTYRENE MOLYBDENUM TRICARBONYL Article in Journal of Organometallic Chemistry 114(3): 293-298. March 1976 DOI: https://doi.org/10.1016/S0022-328X(00)87286-1
BOOKS
FRIEDEL-CRAFTS REACTIONS CATALYZED BY POLYSTYRENE MOLYBDENUM TRICARBONYL Book: Publisher the University of Akron, pages 114, 1975 DOI: https://books.google.ca/books?id=9kXqNwAACAAJ
CHRISTOS P. TSONIS published his memoirs in a book.
Although the book is mainly a personal account, it contains some topics of general interest for readers, including:
1. The Tsonis Ancestry and Genealogical Tree
2. Life in Rural Greece, in the early 20th century, especially in Tsonaika, Loutsa and Finikounda.
*Agriculture, Fishing, Domestic Crafts
*Status of Rural Women
*Marriage
*Religious Feasts and Festival
*Childhood years
*Education
*Hygiene and Healthcare
3. Greek Diaspora
*Early Greek immigration and settlements in U.S.A.,
*The First Tsonis Immigrants to the U.S.A.
*First and second wave of Greek immigration to Australia and Canada.
The reader can read the book free of charge in the PDF form by using the link below, or convert it to an iBook for easier reading.
Μετά από την Ελληνική Επανάσταση του 1821, η Ελληνίδα της υπαίθρου συνέβαλε αθόρυβα στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Η προσφορά της είναι μοναδική και η αξία της διαχρονική. Έχει αναλάβει ένα δύσκολο, πρωταγωνιστικό και πολύπλευρο ρόλο, να είναι σύζυγος, μητέρα, νοικοκυρά και αγρότισσα.
Τα πρώτα 150 χρόνια μετά την επανάσταση, η Ελλάδα ήταν κυρίως αγροτική και η Ελληνική Κοινωνία πατριαρχική. Ήταν έθιμα και παραδόσεις που έμειναν από τους Οθωμανούς Τούρκους που είχαν υποδουλώσει τη χώρα από το 1453. Η Ελληνίδα αγρότισσα δεν είχε ισότητα με τον άνδρα, παρόλο που συνέβαλε σημαντικά στην ευημερία της οικογένειάς της. Υπήρχαν άγραφοι νόμοι της πατριαρχίας και της «τιμής και της ντροπής». Οι άνδρες καθιέρωσαν τη τιμή τους διατηρώντας τη φήμη τους ως καλοί πάροχοι και προστάτες της οικογένειας. Μπορούσαν να χάσουν τη τιμή τους και να αισθάνονται ντροπή ακόμη και με την υποτιθέμενη κακή συμπεριφορά της γυναίκας τους ή οποιασδήποτε γυναίκας στην οικογένεια.
Εκτός από τη πατριαρχική κουλτούρα και την έννοια της «τιμής και ντροπής», ένας άλλος παράγοντας που συνέβαλε στη διαιώνιση του κατώτερου καθεστώτος των γυναικών ήταν η επιρροή της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η Εκκλησία τόνιζε ότι ο ρόλος της γυναίκας πρέπει να είναι καλή σύζυγος και μητέρα και ήταν αντίθετη στην ισότητα των φύλων. Οι γυναίκες δεν είχαν επιλογή πόσα παιδιά θα είχαν και αναμενόταν να φέρουν στη ζωή όλα τα παιδιά που τους έδωσε ο Θεός. Έτσι συνήθως οι περισότερες οικογένειες είχαν 6-8 παιδιά. Ο έλεγχος των γεννήσεων και η άμβλωση θεωρήθηκαν αμαρτίες. Οι ιερείς ενθάρρυναν τις γυναίκες να πηγαίνουν στην εκκλησία τακτικά με τα παιδιά τους, να εξομολογούνται, να νηστεύουν και να λαμβάνουν τη θεία κοινωνία.
Περίπου μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα πολλοί γονείς δεν δήλωσαν τη γέννηση της κόρης στο ληξιαρχείο του δήμου παρά μόνο όταν ήταν να παντρευτεί. Η ημερομηνία γέννησης ήταν αυθαίρετη. Ακόμα και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, επειδή οι άνθρωποι ήταν απασχολημένοι με τις αγροτικές εργασίες, ο πατέρας συχνά πήγαινε μόνο μία φορά το χρόνο, συνήθως τον Ιανουάριο, για να δηλώσει το παιδί που γεννήθηκε κατά το προηγούμενο έτος. Αυτό σημαίνει ότι οι ημερομηνία γέννησης δεν ήταν ακριβείς με αποτέλεσμα πολλά κορίτσια στην ίδια οικογένεια να έχουν ημερομηνίες γέννησης τον Ιανουάριο, πιθανώς επειδή ο πατέρας τους, που ήταν συνήθως αυτός που έγραφε τα παιδιά του, επέλεγε μια ημερομηνία γέννησης του Ιανουαρίου έχοντας ξεχάσει πότε γεννήθηκαν!
Σε πολλά μέρη της χώρας τα αγόρια τα ονόμαζαν παιδιά και τα κορίτσια τσούπρες. Προτιμούσαν τα αρσενικά παιδιά έναντι των θηλυκών επειδή τα αγόρια θα συνέχιζαν το οικογενειακό όνομα και επιπλέον είχαν ανωτέρα σωματική δύναμη από τα κορίτσια για να εργαστούν στις αγροτικές δουλειές. Επίσης οι γονείς είχαν το πρόσθετο κόστος και ανάγκη να παράσχουν προίκα στις κόρες τους για να παντρευτούν. Η προίκα καταργήθηκε επίσημα το 1983. Συνήθως όταν είχαν παντρέψει και τη τελευταία κόρη ο πατέρας έλεγε με ικανοποίηση και ανακούφιση τη φράση “τελικά ξεπούλησα”. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι σε πολλές οικογένειες ήταν συνήθειο να παντρέψουν πρώτα τα κορίτσια και μετά τα αγόρια.
Οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου πριν από το 1952. Η παραδοσιακή ανδροκρατούμενη κοινωνία απαιτούσε να φροντίζουν το σπίτι και τα κορίτσια να βοηθούν τη μητέρα τους να μεγαλώσει τα μικρότερα αδέρφια και αδελφές τους. Ακόμη και μέχρι τη δεκαετία του 1970, αποκαλούσαν τη σύζυγο με το όνομα του συζύγου, υποδεικνύοντας ότι ανήκει σε αυτόν. Για παράδειγμα, τη σύζυγο του Βασίλη τη φώναζαν “Βασίλαινα” και τη σύζυγο του Παναγιώτη “Παναγιώταινα”. Ως παιδιά δεν γνωρίζαμε το αληθινό όνομα πολλών γυναικών στο χωριό, αφού δεν ακούσαμε ποτέ να αναφέρονται ή να απευθύνονται με το πραγματικό όνομα τους!
Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα αγόρια και κορίτσια δεν πήγαιναν στο σχολείο. Για τα κορίτσια συνεχίστηκε ακόμη και μέχρι το 1922, όπου οι γονείς στις αγροτικές περιοχές δεν επέτρεπαν στα κορίτσια τους να φοιτήσουν ούτε στο δημοτικό σχολείο, “λόγω ηθικής”, έλεγαν! Μέχρι το 1950 πολλοί γονείς επέτρεπαν μόνο τα αγόρια να έχουν δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό μερικώς οφείλετο στο ότι οι μαθητές έπρεπε να μετακινηθούν σε μεγαλύτερες πόλεις για να σπουδάσουν και αυτό θα έκανε τα κορίτσια ευάλωτα και θα αποτελούσαν πιθανή απειλή για την ανδρική τιμή και το όνομα της οικογένειας. Επιπλέον όταν τα παιδιά τους πήγαν να σπουδάσουν σε μεγαλουπόλεις, οι γονείς έπρεπε να πληρώσουν τα έξοδα και για πολλούς ήταν αδύνατο. Για αυτό προτιμούσαν να στείλουν μόνο 1-2 αγόρια.
Τη περίοδο του 1950-1960 πραγματοποιήθηκαν ορισμένες ριζικές κοινωνικές αλλαγές στην αγροτική κοινωνία. Λόγω της τρομερής οικονομικής ανάγκης, οι οικογένειες που χρειάζονταν χρήματα άρχισαν να επιτρέπουν τα κορίτσια να πάνε στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις για να εργαστούν. Συνήθως το κορίτσι κατοικούσε με έναν συγγενή, επειδή υπήρχε ο φόβος ότι μπορούσε να παραστρατήσει μόνη! Τα ανύπαντρα κορίτσια, τόσο στην αγροτική όσο και στην αστική Ελλάδα, άρχισαν να μεταναστεύουν στο εξωτερικό, όπως Αμερική, Αυστραλία, Καναδά και Γερμανία για να εργαστούν ως οικιακοί βοηθοί σε πλούσιες οικογένειες. Λίγο αργότερα κατοικούσαν μόνες και έκαναν πρόσκληση στο κρυφό θαυμαστή ή εραστή από το χωριό. Υπήρχαν επίσης γάμοι με προξενιό, που καθόριζε ο πατέρας.
Τη περίοδο 1967-1974, κάτω από τη στρατιωτική δικτατορία, η χώρα εφήρμοσε ξανά αυστηρούς και πατριαρχικούς κανόνες. Η δικτατορία ήταν ένα στρατιωτικό εθνικιστικό καθεστώς που επέβαλε τη διαφοροποίηση των φύλων και την εξιδανίκευση της πατριαρχικής οικογένειας. Η ιδανική γυναίκα ήταν καλή νοικοκυρά, καλή σύζυγο και καλή μητέρα με αποτέλεσμα ο γάμος και η μητρότητα να αποκτήσουν μεγάλο σεβασμό. Όλα αυτά συνέβαλαν στο να έχουν οι απόψεις και αποφάσεις της γυναίκας μεγάλη σπουδαιότητα και επιρροή μέσα στην οικογένεια.
ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ
Γενικά τα σπίτια στο χωριό ήταν διώροφα πέτρινα με ξύλινα πατώματα και ξύλινη σκεπή καλυμμένη με καλάμια και πήλινα κεραμίδια.
Στον εξωτερικό χώρο υπήρχε μια πέτρινη σκάλα από την οποία ανέβαιναν στο πάνω όροφο. Κάτω από τη βεράντα της σκάλας συνήθως υπήρχαν μία ή δύο καμάρες, που έμενε το χοιρινό, ο γάιδαρος ή ο σκύλος. Πλούσιες οικογένειες είχαν στην αυλή πέτρινη περίφραξη με ξύλινη πόρτα στην είσοδο. Πλησίον στο σπίτι υπήρχε ο φούρνος που έψηναν ψωμί και γλυκά. Επίσης είχαν ένα σκεπαστό χώρο που έβαζαν τα ξύλα για το τζάκι και το φούρνο και έναν άλλο για να μένουν λίγα γιδοπρόβατα. Υπήρχε και το κοτέτσι για τις κότες με τα κοκόρια. Στην άκρη της αυλής είχαν την οικογενειακή τουαλέτα, φτιαγμένη από μια κυκλική τρύπα στο έδαφος, σκεπασμένη μερικώς με σανίδες για να πατάνε. Γύρο τοποθετούσαν κλαδιά για να μη φαίνεται όποιος τη χρησιμοποιούσε.
Το ισόγειο συνήθως το χώριζαν σε δύο τμήματα. Στο ένα έβαζαν το βαρέλι με το κρασί, τζάρες με λάδι και σιτηρά, παστωμένο χοιρινό κρέας ή ελιές και διάφορα αγροτικά εργαλεία. Στο άλλο είχαν το άχυρο από το σιτάρι και σανό από φίκο για να ταΐζουν τα ζώα το χειμώνα.
Στον πάνω όροφο έμενε η οικογένεια, αποτελείτο από τη κουζίνα, ένα μικρό υπνοδωμάτιο με το εικόνισμα, το καντήλι και το στεφανοκούτι στο τοίχο, το οποίο ήταν για τους γονείς. Ένα άλλο υπνοδωμάτιο για το παντρεμένο παιδί ή για τους επισκέπτες. Ο χαγιάτις που χρησιμοποιούσαν ως καθιστικό και είχαν τον αργαλειό. Ο υπόλοιπος χώρος ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο που κοιμόταν τα παιδιά στρωματσάδα και επίσης το χρησιμοποιούσαν ως σαλοτραπεζαρία, στους γάμους, πανηγύρια και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις.
παντρειά
Ενώ τα ήθη και έθιμα του γάμου διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, θα αναφέρω το παραδοσιακό γάμο της περιοχής μας και γενικά της Μεσσηνίας το παλιό καιρό.
Ο γάμος ή αλλιώς παντρειά ακολουθούσε μερικά βήματα: το προξενείο, οι αρραβώνες, η προετοιμασία της στέψης, η στέψη και η πρώτη νύχτα του γάμου. Ήταν ένα σημαντικό γεγονός για τους υποψηφίους, τους γονείς, τους συγγενείς και γενικά για όλη τη κοινωνία του χωριού. Ο πρώιμος γάμος για κορίτσια, συχνά στα τέλη της εφηβείας τους, ήταν ένας τρόπος για να διασφαλιστεί το καλό όνομα της οικογένειας. Ήταν απαγορευτικό ένας νέος και μια νέα να έχουν ερωτική σχέση κρυφά. Εάν η οικογένεια ενός κοριτσιού ανακάλυπτε ότι η κόρη τους είχε εμπλακεί σε μια μυστική ερωτική σχέση, θα αναγκαζόταν να τη παντρέψουν με το νεαρό που είχε σχέση, εάν και οι δύο οικογένειες συμφώνησαν, ή κανόνιζε ο πατερας ένα γρήγορο γάμο με ένα άλλο άντρα της επιλογής του. Σε μερικές περιπτώσεις, που δύο νέοι ήταν κρυφά ερωτευμένοι, το κορίτσι το έλεγε στη μητέρα της, και αν αυτή δεν έφερνε αντίρρηση, το έλεγε στο σύζυγο της και αυτός έπαιρνε τη τελική απόφαση.
Για τη παντρειά των κοριτσιών αποφάσιζε ο πατέρας ή ο μεγαλύτερος αδελφός, αν ο πατέρας είχε πεθάνει, και το κορίτσι δεν είχε άλλη επιλογή. Ακόμη και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950, λόγω της φτώχειας, ο πατέρας προσπαθούσε να παντρέψει τη κόρη του με ένα πλούσιο ηλικιωμένο γαμπρό.
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, Ελληνοαμερικανοί σαραντάρηδες επέστρεψαν στην Ελλάδα και παντρεύτηκαν κορίτσια στην εφηβεία τους και τα πήραν στην Αμερική. Ένας τέτοιος γάμος παρείχε οικονομική ασφάλεια για τη νύφη και ήταν σπουδαιότερη από τα συναισθήματα της.
Προξενιό
Το πρώτο βήμα του γάμου ήταν το προξενιό (συνοικέσιο). Συνήθως κάθε χωριό είχε έναν ή περισσότερους μεσολαβητές, γνωστοί ως προξενητές και προξενήτρες, οι οποίοι έβρισκαν έναν υποψήφιο γαμπρό ή νύφη. Τα κορίτσι ήταν συνήθως στο τέλος της εφηβείας της και το αγόρι περίπου 30 ετών. Ο μεσολαβητής συζητούσε με τον πατέρα σε κάθε οικογένεια για το ζευγάρωμα των παιδιών, καθώς και για τη προίκα που θα έδινε στο γαμπρό ο πατέρας της κόρης. Αποδεκτή προίκα ήταν συνήθως χρήματα, χρυσαφικά, ένα με δύο χωράφια ή μερικά αιγοπρόβατα. Τα κορίτσια που είχαν καλή προίκα ήταν περιζήτητα. Όσα δεν είχαν προίκα μπορούσαν να “μείνουν στο ράφι” συνήθιζαν να λένε οι παλιοί.
Όλες οι συζητήσεις έγιναν απουσία των υποψηφίων γαμπρού και νύφης. Εάν οι πατέρες κατέληξαν σε μια αποδεκτή συμφωνία, το προξενιό ήταν τελικό και οι υποψήφιοι έπρεπε να αποδεχτούν την απόφαση των πατέρων τους χωρίς καμία αντίρρηση. Σε περίπτωση που έφερε ο γαμπρός αντίρρηση, τότε επέμβαινε η προξενήτρα ή προξενητής και του έλεγε ότι το κορίτσι έχει καλή προίκα, είναι καλή νοικοκυρά και εργατική στις αγροτικές εργασίες. Αν έφερνε αντίρρηση η κοπέλα τότε της έλεγαν κολακευτικά λόγια για τον υποψήφιο γαμπρό, πόσο λεβέντης και καλός νοικοκύρης είναι.
Σήμερα 15 Οκτώβρη είναι η Διεθνή Ημέρα της Αγρότισσας, η οποία καθιερώθηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 2007 με απόφαση του Ο.Η.Ε. Επίσης το 2021 όλοι οι Έλληνες γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι θέλω να κάνω ένα αφιέρωμα στην Ελληνίδα της υπαίθρου διότι αξίζει μια ιδιαίτερη τιμή για τη προσφορά της στην ελληνική οικονομία ως αγρότισσα ή κτηνοτρόφος, πολλές φορές κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Πολλές φορές ο γαμπρός και η νύφη ήταν από διαφορετικά χωριά και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να μην έχουν συναντηθεί. Υπήρχαν τραγελαφικές ιστορίες πως μερικές φορές παρουσίαζαν για πρώτη φορά στο γαμπρό τη νέα και όμορφη κόρη της οικογένειας ως νύφη για να τον ευχαριστήσουν, όμως λίγες ημέρες αργότερα του παρουσίαζαν τη μεγαλύτερη και άσχημη κόρη. Αν ο γαμπρός έφερνε αντίρρηση τότε όλοι του έλεγαν ότι είναι το ίδιο κορίτσι που πρωτοείδε, απλώς ήταν νύχτα και δεν το είχε προσέξει καλά!
Η μητέρα μου είχε 5 μικρότερες αδελφές και 2 αδέλφια και ζούσαν από τη καλλιέργεια λίγης αγροτικής περιουσίας και από ένα μικρό κοπάδι πρόβατα. Σύμφωνα με αυτά που μου είχε αναφέρει η ίδια, παντρεύτηκε με προξενιό. Ως προίκα ζήτησαν από τον πατέρας της όλα τα πρόβατα περίπου 15-20 και 15 κιλά τυρί, όμως υπήρχε αντίσταση από τον πατέρα της διότι τα πρόβατα ήταν απαραίτητα για τη διαβίωση όλης της οικογένειάς του, παρέχοντας γάλα, τυρί, μαλλί και κρέας. Μετά από πολύ διαπραγμάτευση συμφώνησε ο πατέρας της να δώσει τα πρόβατα ως προίκα, υπό τον όρο ότι θα μπορούσε να τα έχει μισακά με τον πατέρα μου. Όμως ήταν δύσκολο να δώσει και τα 15 κιλά τυρί με αποτέλεσμα να μην προχωρεί η συζήτηση. Τελικά συμφώνησε ένας συγγενής του μητρικού παππού μου να δώσει τα 15 κιλά τυρί και έτσι το προξενιό είχε αίσιο τέλος. Ωστόσο, η οικογένεια του πατέρα μου δεν έλαβε ποτέ τα 15 κιλά τυρί! Ακόμη μέχρι σήμερα όταν αναφέρουμε την ιστορία για το τυρί, ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια.
Ενας αξιόλογος προξενητής στη περιοχή μας το 1950-1960 ήταν ο Κωνσταντίνος Τσώνης, γνωστός ως Κωστής, από τα Τσωναίκα. Είχε ένα όμορφο άλογο και πήγαινε στα πανηγύρια να λάβει μέρος στις ιπποδρομίες που έκαναν. Ήταν πολύ κοινωνικός και αγαπητός από τους κατοίκους στα χωριά και έτσι έκανε πολλά προξενιά με επιτυχία. Σήμερα είναι 96 ετών και κατοικεί στη Φοινικούντα.
Αρραβώνες
Το δεύτερο βήμα του γάμου ήταν οι αρραβώνες του νεαρού ζευγαριού. Εάν οι γονείς δεν είχαν αντιρρήσεις σχετικά με τη προίκα, όριζαν την ημερομηνία για την επίσημη δέσμευση. Αυτό ήταν απαραίτητο για να επιτραπεί στο ζευγάρι να συναντηθεί και να γνωριστεί. Μέχρι την επίσημη δέσμευση, το ζευγάρι μπορούσε να συναντηθεί με τη παρουσία ενός συνοδού, ποτέ μόνο του.
Την ημέρα των αρραβώνων, η οποία ήταν πάντα Σαββατόβραδο, ο υποψήφιος γαμπρός με τους συγγενείς του πήγε στο σπίτι της μελλοντικής νύφης, όπου τους περίμενε να τους καλωσορίσει με την οικογένεια και τους συγγενείς της. Ο πατέρας του γαμπρού περνούσε τις βέρες στο ζευγάρι και κανόνισαν την ημερομηνία του γάμου, πάντα ημέρα Κυριακή. Κουμπάρος γινόταν ο νονός του γαμπρού και αν δεν ζούσε, ο γαμπρός έκανε κουμπάρο το καλύτερο του φίλο. Κατόπιν άρχιζε το γλέντι, ενώ οι γυναίκες της οικογένειας της νύφης σέρβιραν μεζέ με κρασί στους άντρες και γλυκά στις γυναίκες. Σε όλο το χωριό ακούγονταν πυροβολισμοί από το μπαλκόνι ή παράθυρο του σπιτιού για να μάθουν οι κάτοικοι το ευχάριστο γεγονός.
Στις αρραβώνες του Παναγιώτη Φωτίου Τσώνη με την Ελένη Γεωργίου Ψυχάρη, τις οργάνωσε ο πατέρας μου Παναγιώτης (Μάλλιος) διότι ο πατέρας του γαμπρού, Φώτιος και αδελφός του πατέρα μου, είχε σκοτωθεί στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940.
Στη φωτογραφία είναι από αριστερά προς τα δεξιά: η Ρήνα αδελφή του Κωστή, πίσω της η Βούλα σύζυγος του Κωστή, μπροστά της βρίσκεται η Τότα με το γιο της Γιάννη σύζυγος του Νιόνιου από τη Λούτσα, δίπλα από τη Βούλα είναι η Γιαννούλα σύζυγος του Λιάβαρη, Πίσω από τη Γιαννούλα με τα γυαλιά είναι η μητέρα μου, δίπλα της είναι ο Νιόνιος από τη Λούτσα, Μπροστά είναι η αδελφή μου Κική κρατώντας μια πίτα, δίπλα της είναι ο Τρύφωνας γιος του Λιάβαρη κρατώντας επίσης μια πίτα, το αγόρι πίσω από το Τρύφωνα είναι ο ξάδερφός μου Τάσος, πίσω από το Τρύφωνα είναι ο πατέρας του Λιάβαρής, δίπλα από το Λιάβαρη είναι ο Ηλίας αδελφός του πατέρα μου από το Ζιζάνιον, μπροστά στον Ηλία βρίσκεται ο Τάκης αδελφός του Τάσου, μπροστά από το Τάκη είναι ο Τρύφωνας κρατάει γλυκά αδελφός του Νιόνιου, ο άλλος κύριος με τις δίπλες είναι ο Βλαχομάστωρας, δίπλα του με τις μπομπονιέρες είμαι εγώ, πίσω από το Βλαχομάστωρα είναι ο Σταύρος (ο βιολιστής), πίσω από τον Σταύρο, με ένα άσπρο καπέλο και σκούρα γυαλιά είναι κάποιος συγγενής, μπροστά του είναι η Μαρίτσα αδελφή του Βλαχομάστωρα, δίπλα η γυναίκα με γυαλιά (άγνωστη), πίσω της είναι ο συζυγος της Μαρίτσας Γιώργος ο Γιαννόπουλος, δίπλα του είναι ο πατέρας μου μάλλιος, μπροστά του είναι η συζυγος του Βλαχομάστωρα Ελένη, τα δύο μικρά αγόρια μπροστά από τον Τρύφωνα είναι ο Ηλίας γιος του Βλαχομάστωρα και πίσω από τον Ηλία ο Λυκούργος γιος της Θεανώ.
Προετοιμασία Στέψης
Η στέψη γινόταν πάντα Κυριακή, άνοιξη, καλοκαίρι ή φθινόπωρο, εκτός από τη Σαρακοστή, και ποτέ το Μάιο, διότι αυτό το μήνα ζευγαρώνονται τα γαϊδούρια. Το μυστήριο της στέψης γινόταν στην εκκλησία στο χωριό της νύφης, ενώ η μεγάλη γιορτή ήταν στο σπίτι του γαμπρού στο χωριό του.
Τη Δευτέρα και Τρίτη πριν τη στέψη, νεαρά κορίτσια της νύφης και του γαμπρού πήγαν στα σπίτια στο χωριό για να καλέσουν συγγενείς και φίλους στο γάμο. Οι προσκλήσεις ήταν προφορικές και οι αποκληστικοί συγγενείς ήταν ήδη ενημερωμένοι στις αρραβώνες.
Τη Τετάρτη οι γυναίκες έφτιαχναν τις πίτες και άλλα γλυκίσματα. Σύμφωνα με το έθιμο, για να είναι το πρώτο παιδί των νεονύμφων αγόρι, το πρωτότοκο αγόρι στην οικογένεια κοσκίνιζε το αλεύρι και ακολουθούσαν οι παντρεμένες γυναίκες που είχαν παιδιά. Τις πίτες τις στόλιζαν με διάφορα σχέδια, όπως πουλιά, σταφύλια, λουλούδια ή μια καρδιά με το όνομα του γαμπρού. Στο σπίτι της νύφης, οι γυναίκες τραγουδούσαν λυπημένα τραγούδια καθώς έφτιαχναν πίτες και γλυκίσματα, γιατί η νύφη σύντομα θα έπρεπε να αφήσει τους γονείς της, τα αδέλφια και τις φίλες της για να ζήσει με το σύζυγο στο χωριό του.
Την Πέμπτη το πρωί κορίτσια, από τους συγγενείς της νύφης, ετοίμαζαν τα προικιά τα οποία ήταν ενδυμασίες της νύφης, ρούχα για το σπίτι όπως σεντόνια, μαξιλάρια, τραπεζομάντηλα, διάφορα χειροποίητα πλεκτά και χοντρά ρούχα που είχαν υφάνει στον αργαλειό, όπως κουβέρτες, χαλιά, παντανίες και σαΐσματα. Επίσης διάφορα σκεύη της κουζίνας τηγάνια, ταψιά, τσουκάλια, μια σιδεροστιά, ένα σίδερο και ένα καζάνι. Τη Παρασκευή το πρωί άπλωναν τα προικιά για να έρθουν να τα δουν οι γυναίκες του χωριού και το βράδυ τα έβαζαν μέσα σε μπαούλα και ήταν έτοιμα για να τα μεταφέρουν στο σπίτι του γαμπρού.
Το Σάββατο οι συγγενείς του γαμπρού πήγαιναν να πάρουν τα προικιά με άλογα και γαϊδούρια. Αφού γλεντούσαν με τους συγγενείς της νύφης, τα φόρτωναν στα ζώα και τα μετέφεραν στο σπίτι του γαμπρού. Αν η νύφη ήταν από άλλο χωριό, ήρθαν νέοι να τα πάρουν με άλογα και γαϊδούρια και όταν έφτασαν άρχισαν να τραγουδούν και όλοι βγήκαν να τους καλωσορίσουν και να τους κεράσουν σπιτικό κρασί με μεζέ και παραδοσιακά γλυκά. Στη συνέχεια φόρτωσαν τα προικιά και επέστρεψαν στο χωριό του γαμπρού, όπου και εκεί οι χωρικοί τους υποδέχτηκαν με χαρά. Ήταν μια χαρμόσυνη, πολύχρωμη εκδήλωση.
Στέψη
Τη Κυριακή πολλοί καλεσμένοι ήρθαν στο σπίτι του γαμπρού και νύφης. Έπαιρναν μαζί τους μια πίτα, ένα ολόκληρο ή κομάτι σφαγμένο αρνί ή κατσίκι, κρασί και γλυκά, συνήθως δίπλες. Θα καθόταν στο τραπέζι το μεσημέρι και το βράδυ όπου θα γινόταν τρικούβερτο γλέντι μέχρι τη Δευτέρα το πρωί.
Τη Κυριακή το απόγευμα όλοι οι καλεσμένοι πήγαν στην εκκλησία με το γαμπρό, ο οποίος περίμενε τη νύφη ανυπόμονα, όμως η νύφη καθυστερούσε για να κάνει το γαμπρό να ανησυχεί! Τελικά φτάνει έχοντας δίπλα της το πατέρα της, ο οποίος θα τη παραδώσει στο γαμπρό. Όταν άρχιζε το μυστήριο ο ιερέας ευλογούσε τις βέρες και με το κουμπάρο τις πέρασαν στο χέρι του γαμπρού και νύφης. Το κυκλικό τους σχήμα συμβολίζει αιωνιότητα. Μετά σταυρώνει τρείς φορές τα στέφανα πάνω στο κεφάλι των νεονύμφων και κάνει ο κουμπάρος το ίδιο. Τα στέφανα είναι ενωμένα με μια λευκή κορδέλα που συμβολίζει την ενότητα του ζευγαριού. Στη διάρκεια του μυστηρίου όταν ακούγεται το “η γυνή να φοβείται τον άνδρα”, η νύφη πατάει το πόδι του γαμπρού πιστεύοντας ότι έτσι θα μπορέσει να έχει τον πρώτο λόγο στο σπίτι! Ακολουθεί ο χορός του Ησαΐα, που συμβολίζει ότι το ζευγάρι ενωμένο κάνει τα πρώτα βήματα στην καινούργια ζωή. Οι παρευρισκόμενοι ρίχνουν ρύζι στο ζευγάρι και τους εύχεται καλή ζωή. Το ρύζι συμβολίζει το ρίζωμα των νεονύμφων. Στο τέλος του μυστηρίου της στέψης, οι νεόνυμφοι με τους γονείς τους στέκονται στη σειρά για να τους χαιρετήσουν οι καλεσμένοι και να τους ευχηθούν καλή Η μητέρα του γαμπρού, προχωρεί βιαστικά για να πάει στο σπίτι να περιμένει τους νεόνυμφους για να γλυκάνει τη νύφη με μέλι, μια φιλόξενη χειρονομία. Σύμφωνα με τη παράδοση, το ζευγάρι έπρεπε πρώτα να μπει στο σπίτι με το δεξί πόδι. Όταν φτάσουν και οι υπόλοιποι από την εκκλησία, η νύφη γυρίζει τη πλάτη της και πετάει την ανθοδέσμη. Τα ανύπαντρα κορίτσια τρέχουν να τη πιάσουν και αυτή που θα τη πιάσει πρώτη θα παντρευτεί σύντομα!
Αν το ζευγάρι ήταν από το ίδιο χωριό, οι νεόνυμφοι μαζί με τους συγγενείς προχωρούσαν με τα πόδια προς στο σπίτι του γαμπρού, με επικεφαλής τα όργανα παίζοντας μουσική και τραγούδια.
Αν η νύφη ήταν από άλλο χωριό, μετά τη στέψη όλο το συμπεθεριό έπαιρνε τη νύφη για να πάνε στο χωριό του γαμπρού. Η νύφη πάνω στο άλογο προχωρεί μπροστά, ακολουθούμενη από το γαμπρό και το υπόλοιπο συμπεθεριό. Συνήθως η οικογένεια της νύφης μαζί με τους συγγενείς της δεν πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, απλώς συγκεντρώθηκαν στο σπίτι των γονέων της νύφης για ένα απλό γεύμα.
Αφού έχουν φτάσει όλοι στο σπίτι του γαμπρου, αρχίζει ο εορτασμός με φαγητό και ποτό, τραγούδι και χορό. Τα όργανα έπαιζαν βιολί, μπουζούκι και μερικές φορές κλαρινέτο ή ακορντεόν. Η νύφη ανοίγει το χορό συνήθως με το τραγούδι «Ωραία πούν είναι η νύφη μας κι ωραία τα προικιά της». Ακολουθεί ο γαμπρός, ο κουμπάρος, οι γονείς και τα αδέλφια του γαμπρού και τέλος όλοι οι άλλοι καλεσμένοι. Μετά από τα μεσάνυχτα, οι περισσότεροι από τους άντρες ήταν μεθυσμένοι και τις πρωινές ώρες της Δευτέρας πολλοί είχαν πονοκέφαλο και κοιμόταν μέσα και έξω από το σπίτι.
Η νύφη ανοίγει το χορό συνήθως με το τραγούδι «Ωραία πούν είναι η νύφη μας κι ωραία τα προικιά της».
Η Πρώτη Νύχτα του Γάμου
Η γιορτή της στέψης συνεχίστηκε όλη τη νύχτα, αλλά μετά τα μεσάνυχτα η νύφη και ο γαμπρός αποσύρθηκαν στο δωμάτιό τους. Θα κοιμόταν μαζί για πρώτη φορά και η παρθενιά της νύφης πριν από το γάμο ήταν ύψιστης σημασίας.
Το έθιμο του ματωμένου σεντονιού τη πρώτη νύχτα του γάμου, ήταν ένδειξη της αγνότητας και παρθενίας της νύφης. Το κρεβάτι ήταν καλυμμένο με λευκά σεντόνια και η νύφη έπρεπε να αποδείξει τη παρθενιά της. Όταν τελείωνε η σεξουαλική επαφή του ζευγαριού, ο γαμπρός άνοιξε το παράθυρο και έριξε μια τουφεκιά για να αναγγείλει σε όλους, που περίμεναν έξω από το σπίτι, ότι η νύφη ήταν «εντάξει”, ενώ η νύφη ως απόδειξη της Παρθενίας της κρέμασε το κηλιδωμένο από αίμα σεντόνι στο μπαλκόνι.
Υπήρχαν τραγελαφικές ιστορίες, με τη συγκατάθεση του γαμπρού, όπου το σεντόνι έφερε κηλίδες αίματος από σφαγμένο κοτόπουλο όταν η νύφη είχε χάσει τη παρθενιά της νωρίτερα. Στη σπάνια περίπτωση που η νύφη απέτυχε να αποδείξει την αγνότητα της, ο γάμος ακυρώνετο αυτόματα. Ωστόσο, για να σωθεί ο γάμος μερικές φορές ο γαμπρός θα συμφωνούσε για μια οικονομική αποζημίωση, π.χ. λίγα χρήματα, ένα χωράφι ή 5-6 ζώα. Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς το άγχος και νευρικότητα που θα είχε βιώσει η νύφη τη πρώτη νύχτα του γάμου. Αλλά και ο γαμπρός θα είχε μεγάλο άγχος διότι έπρεπε να δείξει στη νύφη το αντριλίκι του.
Μετά το γάμο, το ζευγάρι κατοικούσε στο σπίτι του συζύγου συνήθως μαζί με τους γονείς και τα ανύπαντρα αδέλφια του. Αναμενόταν η νύφη να μοιραστεί τη κουζίνα με τη πεθερά και να παίξει υποτακτικό ρόλο με όλους στο σπίτι.
Στο νέο σπίτι έφτιαχνε το Γιούκο, που ήταν μια στοιβάδα από χοντρά ρούχα της προίκας, κουβέρτες. σαισματα, μπατανίες, κλπ. Τον σκεπάζει με ένα λευκό σεντόνι για να φαίνεται ωραίος και τον υπόλοιπο ρουχισμό τον έβαλε μέσα σε μπαούλο. Αφού είχε τακτοποιηθεί η νύφη στο νέο της σπίτι, γίνονταν τα πιστρόφια, δηλαδή η επιστροφή του ζευγαριού στο πατρικό της νύφης για να δει τους γονείς της και να γλεντήσουν για ακόμη μια φορά.
Με τη πάροδο του χρόνου όλοι περίμεναν νέα για την εγκυμοσύνη της νύφης και ήλπιζαν το νεογέννητο να είναι αγόρι. Η αρσενική γενεαλογία ήταν εξαιρετικά σημαντική. Ήταν μεγάλο στίγμα στην νέα οικογένεια αν δεν είχαν παιδιά και πάντα έφταιγε η νύφη! Υπήρχε μια δεισιδαιμονία που απαγόρευε στο ζευγάρι να παρευρεθεί σε κηδεία ή μνημόσυνο ή να επισκεφτεί νεκροταφείο για ένα χρόνο μετά το γάμο τους.
Τα παιδιά τα γεννούσαν στο σπίτι τους με τη βοήθεια της Μαμής. Κάθε χωριό είχε και μια Μαμή. Φυσικά αν παρουσιαζόταν μια επιπλοκή συνήθως το μωρό και πολλές φορές η μάνα πέθαιναν.
Ήταν μακρά παράδοση με τη γέννηση του μωρού, μητέρα και παιδί να μένουν στο σπίτι για 40 ημέρες. Ο πραγματικός λόγος όμως ήταν ότι τα παλιότερα χρόνια, η θνησιμότητα για τα μωρά ήταν υψηλή, λόγω σοβαρών λοιμώξεων, αφού δεν υπήρχαν εμβόλια, αντιβιοτικά, ούτε συχνή ιατρική φροντίδα του νεογέννητου. Το μητρικό γάλα περιέχει τις θρεπτικές ουσίες που χρειάζεται το μωρό. Τα αντισώματα που περιέχει θα προστατεύσουν το μωρό ενάντια στις ασθένειες που ίσως να αντιμετωπίσει τους πρώτους μήνες της ζωής του.
Μετά από 40 μέρες, μητέρα και παιδί πήγαιναν στην εκκλησία για να τους ευλογήσει ο ιερέας του χωριού.
Τα πολλά παιδιά στη νέα οικογένεια ήταν ευχάριστο και για τις δύο οικογένειες. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν 8-10 παιδιά και όταν πήγαιναν να επισκεφτούν τη γιαγιά με το παππού ανέβαιναν στο γάιδαρο και πήγαιναν όλα παρέα.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ
Οι γυναίκες στην ύπαιθρο ήταν απασχολημένες από την αυγή μέχρι το σούρουπο, να σηκωθούν να αρμέξουν και να ταΐσουν τα οικιακά ζώα, και να ετοιμάσουν το πρωινό για τα παιδιά για να πάνε στο σχολείο.
Είχαν αγροτικές δουλειές όπως τη καλλιέργεια των δημητριακών, ελαιολάδου, σταφίδας ή καπνά, αμπέλια και κηπευτικά. Όλες οι δουλειές ήταν κουραστικές και χρειάστηκαν πολύ χρόνο επειδή οι συνθήκες ήταν πρωτόγονες. Οταν η μητέρα μου πήγαινε να εργαστεί στο χωράφι μας τύλιξε μωρά σε ένα χοντρό υφαντό του αργαλειού πανί και μας έβαζε μέσα στη νάκα, την έπαιρνε στον ώμο της και στο χωράφι τη κρέμαγε σε ένα κλαδί δέντρου για να μας προστατεύσει από φίδια και σκορπιούς. Άλλες φορές μας έβαζε σε ένα αναποδογυρισμένο σαμάρι γαϊδάρου.
Το βράδυ γύριζε στο σπίτι κουρασμένη από την ολοήμερη εργασία κάτω από τον ήλιο, το κρύο ή τη βροχή και τη περίμεναν οι δουλειές του σπιτιού, όπως μαγείρεμα, ζύμωμα, πλύσιμο και σιδέρωμα ρούχων. Θυμάμαι ότι η γιαγιά μου και η μητέρα μου ήταν πάντα απασχολημένες. Μου άρεσε να τις βλέπω να φτιάχνουν ψωμί, να μαγειρεύουν, να πλένουν και να σιδερώνουν τα ρούχα. Πρέπει να τονίσω ότι στο σπίτι δεν υπήρχε ηλεκτρικό φως, τρεχούμενο νερό και εσωτερική τουαλέτα.
Πολλές αγρότισσες μάζευαν ξύλα, τα έβαζαν στη πλάτη και τα κουβαλούσαν στο σπίτι για φωτιά στο τζάκι και για να θερμάνουν το φούρνο να ψήσουν το ψωμί.
Άλλες φορές επέστρεφαν στο σπίτι με τις γίδες και κουβαλούσαν ένα σακί φύλλα για να φάνε τα ζώα το βράδυ.
Δημητριακά
Από τα δημητριακά το κύριο προϊόν για κατανάλωση από τους ανθρώπους ήταν σιτάρι και σε μικρότερες ποσότητες κριθάρι, σμιγάδι (μείγμα σιταριού και κριθαριού), φακές και κουκιά. Για ζωοτροφές και πουλερικά ήταν βρώμη, βίκος, καλαμπόκι και λούπινα.
Στις αρχές του χρόνου καθάριζαν το χωράφι, το όργωσαν και έσπερναν το σπόρο του δημητριακού που ήθελαν να καλλιεργήσουν. Ακολουθούσε το λιπάρισμα, βοτάνισμα και γύρω στα μέσα του καλοκαιριού άρχιζε ο θέρος, το αλώνισμα και λίχνισμα. Χώριζαν το άχυρο από το καρπό και τον πήγαιναν στο μύλο για να γίνει αλεύρι.
Ελαιόλαδο
Η καλλιέργεια της ελιάς για τη παραγωγή ελαιολάδου ήταν σχετικά πιο εύκολη εργασία από τη καλλιέργεια των δημητριακών και της σταφίδας. Το ελαιόδεντρο χρειάζεται κλάδεμα, όργωμα, λιπάρισμα και ράντισμα. Γύρο στο Νοέμβρη οι ελιές έχουν ωριμάσει και άρχιζε ο ράβδος. Μετά ακολουθούσε το λίχνισμα για να ξεχωρίσει ο καρπός από τα φύλλα. Έβαζαν το καρπό σε λιναρένια τσουβάλια, τα φόρτωσαν στο γάιδαρο και τα πήγαιναν στο ελαιοτριβείο για να παραχθεί το ελαιόλαδο.
Σταφίδα
Η καλλιέργεια της σταφίδας ήταν πολύ απαιτητική και κουραστική εργασία για όλο το χρόνο. Τα κλήματα χρειαζόταν κλάδεμα, φουρκάδιασμα, ξελάκωμα, λιπάρισμα, σκάλισμα, χαράκωμα, γαλάζωμα, θειάφισμα, ξεφύλλισμα, τρύγημα. Τέλος άπλωναν τα σταφύλια στον ήλιο για να ξεραθούν και να γίνουν σταφίδα. Το αμπέλι για τη παραγωγή του κρασιού χρειαζόταν λιγότερη εργασία.
ΔΙΑΤΡΟΦΗ
Οι περισσότερες οικογένειες είχαν μερικά κοτόπουλα, ένα χοιρινό και μια ή δύο αγελάδες για το κρέας. Επίσης είχαν λίγα γιδοπρόβατα για το κρέας, γάλα, τυρί και το μαλλί τους με το οποίο έφτιαχναν ρούχα. Για φρούτα και λαχανικά είχαν κήπο και το χειμώνα καλλιεργούσαν κουνουπίδι, λάχανο, αγκινάρες, σπανάκι και πατάτες. Το καλοκαίρι είχαν ντομάτες, αγγούρια, φασόλια, μελιτζάνες, κολοκύθι, μαρούλι, πιπεριές, κρεμμύδια σκόρδα, πεπόνι και καρπούζι, οπωροφόρα δέντρα όπως σύκα, αχλάδια, αγκόρτσα, ροδάκινα και χαρούπια. Το φθινόπωρο και το χειμώνα υπήρχαν αμύγδαλα, πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια, κυδώνια και ρόδια. Στο έδαφος έριχναν κοπριά ή λίπασμα και το πότιζαν με νερό από πηγάδι ή από φυσικές πηγές.
ΡΟΥΧΙΣΜΟ
Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, οι Ελληνίδες της υπαίθρου έφτιαχναν ρούχα για την οικογένεια και τα ανύπαντρα κορίτσια τη προίκα τους. Χρησιμοποιούσαν μαλλί προβάτου, μαλλί κατσίκας, βαμβάκι, λινάρι και σπάρτο. Η διαδικασία ήταν χρονοβόρα και κουραστική διότι χρειαζόταν να μετατρέψουν τις πρώτες ύλες σε νήμα, το οποίον έβαφαν σε διάφορα χρώματα. Με το νήμα από βαμβάκι και μαλλί προβάτου έπλεκαν με τα χέρια ζακέτες, κάλτσες και άλλα μαλακά ρούχα.
Το νήμα από γιδόμαλλο, σπάρτο και λινάρι το ύφαιναν στον αργαλειό και έφτιαχναν τα βαριά ρούχα όπως σαίσματα, κουβέρτες, λιόπανα και σακιά. Τα περισσότερα χειμερινά κλινοσκεπάσματα, κιλίμια και τα πολύχρωμα χαλιά, για το δάπεδο και για το τοίχο, ήταν υφαντά στον αργαλειό. Το κιλίμι ήταν ένα ιδιαίτερο χαλί με έντονα χρώματα που το κρεμούσαν πάνω στο σαμάρι του αλόγου σε ειδικές κοινωνικές εκδηλώσεις όπως γάμους και πανηγύρια.
ΦΩΤΙΣΜΟΣ
Τη νύχτα στα σπίτια είχαν για φωτισμό μια λάμπα πετρελαίου και μια μεταλλική λάμπα ελαιολάδου (λυχνάρι).
Το λυχνάρι είχε ένα μακρύ βαμβακερό φυτίλι βυθισμένο σε ελαιόλαδο και ήταν πάντα κρεμασμένο στο τοίχο της κουζίνας.
Η λάμπα πετρελαίου ήταν στη σαλοτραπεζαρία και μερικές φορές τη μετακινούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Ανάβαμε το βαμβακερό φυτίλι το οποίο απορροφούσε πετρέλαιο και έδινε φως. Έπρεπε να καθαρίζουμε το γυαλί συχνά για να παρέχει καλύτερο φωτισμό. Την ένταση της φλόγας τη κανονίζαμε με ένα κουμπί που είχε η λάμπα στα πλάγια και χρειαζόταν προσοχή διότι το γυαλί μπορούσε να σπάσει αν η φλόγα ήταν μεγάλη.
Το φανάρι περιείχε ελαιόλαδο και ένα βαμβακερό φυτίλι. Όταν το ανάβαμε κλείναμε τις γυάλινες πλευρές για να μη το σβήσει ο αέρας. Το χρησιμοποιούσαμε τη νύχτα στους εξωτερικούς χορούς η στο στάβλο για να ελέγξουμε τα ζώα.
ΜΑΓΕΙΡΕΜΑ
Για να μαγειρέψουμε και να πιούμε νερό χρειαζόταν να έχουμε καθαρό νερό. Το κουβαλούσαμε με το μπουγέλο από το πηγάδι του χωριού και το βάζαμε στη βίκα να διατηρείται δροσερό. Η σιδεροστιά και το λαδικό ήταν πάντα στη κουζίνα.
Το μαγείρεμα φαγητού γινόταν μέσα σε πήλινα ή χάλκινα σκέβη στη φωτιά στο τζάκι της κουζίνας, η οποία ήταν το μόνο ζεστό δωμάτιο στο σπίτι. Το ταψί το χρησιμοποιούσαμε να φτιάξουμε γλυκά η διάφορα φαγητά στο φούρνο. Στη στάμνα βάζαμε μεγάλη ποσότητα ελαιόλαδο, χοντρολιές ή τυρί. Η γαλατιέρα ήταν κατάλληλη για να βάζουμε το γάλα όταν αρμέγαμε τα ζώα.
Η μητέρα μας άναβε ξερά ξύλα με ένα σπίρτο και μετά έβαζε πάνω κούτσουρα. Τοποθετούσε στη φωτιά τη σιθεροστιά και έβαζε το τσουκάλι ή το τηγάνι για να μαγειρέψει να φάμε. Από τη φωτιά έπερνε κάρβουνα για να σιδερώσει τα πλυμένα ρούχα, επίσης μάζευε τη στάχτη για να τη χρησιμοποιήσει στο ζεστό νερό με το οποίο θα έπλενε τα ρούχα.
ΖΥΜΩΜΑ
Στο ζύμωμα πρώτα κοσκίνιζαν με τη κρησάρα το σταρένιο αλεύρι για να χωρίσουν και να αφαιρέσουν το πίτουρο από το λευκό αλεύρι. Με το πίτουρο τάιζαν το χοιρινό και τα κοτόπουλα. Μέσα σε μια ξύλινη σκάφη έβαζαν το κοσκινισμένο λευκό αλεύρι, νερό, αλάτι, λίγη μαγιά και τα ανακάτευαν. Το μείγμα το ζύμωναν και το χώριζαν σε κομμάτια, τα οποία έβαζαν στη πινακωτή, τα σκέπαζαν και τα άφηναν για να φουσκώσουν. Άναβαν το φούρνο με ξύλα και κανόνισαν να θερμανθεί επαρκώς και ομοιόμορφα. Μάζευαν τη στάχτη και με ένα βρεγμένο πανί σκούπζαν τη κάτω επιφάνεια το φούρνου. Έπαιρναν από τη πινακοτί τα κομμάτια ζυμάρι, τα έβαζαν ένα ένα πάνω σε ξύλινο φτυάρι, τα τρυπούσαν 2-3 φορές για να μη σκάσουν και τα έριχναν στο φούρνο, τον έκλειναν και άφησαν τα κομμάτια να ψηθούν.
Οι κάτοικοι της υπαίθρου δεν είχαν ρολόγια και όμως γνώριζαν περίπου τι ώρα ήταν με το να κοιτάζουν τη σκιά ενός δέντρου την ημέρα και τα αστέρια τη νύχτα. Θυμάμαι τη μητέρα μου που σηκωνόταν νύχτα να ζυμώσει ψωμί, κοιτούσε τα αστέρια και γνώριζε περίπου τι ώρα ήταν. Με το χάραμα το ψωμί ήταν έτοιμο και έτσι είχε χρόνο να κάνει και τις υπόλοιπες δουλειές στο σπίτι πριν φύγει για το χωράφι.
ΠΛΥΣΙΜΟ
Μια άλλη μεγάλη και κουραστική εργασία του σπιτιού ήταν το πλύσιμο των ρούχων ή μπουγάδα όπως έλεγαν. Το χειμώνα μετέφεραν νερό από το πηγάδι και το ζέσταναν σε εξωτερικό χορό αφού έφτιαχναν ένα τρίποδο τοποθετώντας 3 σωρούς πέτρες σε σχήμα τριγώνου και τοποθέτησαν το καζάνι. Το γέμιζαν νερό και έριχναν στάχτη που είχαν αποθηκεύσει από το φούρνο και το τζάκι.. Το σπιτικό σαπούνι που χρησιμοποιούσαν δεν σαπούνιζε καλά και πρόσθεσαν τη στάχτη στο νερό για να αφαιρέσει τα άλατα και να γίνει η αλισίβα, οπως την έλεγαν και έτσι σαπούνιζε το νερό καλύτερα. Τα ρούχα στη σκαφίδα τα έπλεναν με το χέρι, τα ξέπλεναν με καθαρό νερό και τα κρέμασαν για να στεγνώσουν σε ένα μακρύ σχοινί δεμένο ανάμεσα σε δύο στύλους.
Το καλοκαίρι οι γυναίκες έπαιρναν κυρίως τα χοντρά ρούχα του σπιτιού και πήγαιναν να τα πλύνουν σε ποτάμι. Θυμάμαι στα Τσωναίκα τη μητρική μου γιαγιά, Δήμητρα φόρτωνε τα ρούχα στο γάιδαρο και πήγαινε με άλλες γυναίκες του χωριού στο λοφίσκο “σκεπασμένη” διότι είχε τρεχούμενο νερό. Μερικές φορές πήγαινα μαζί της για να παίξω με άλλα παιδιά στο ρυάκι και να πιάσουμε χέλια και καβούρια. Εμείς τα παιδιά διασκεδάσαμε, αλλά για τις γυναίκες ήταν σκληρή δουλειά, ειδικά το πλύσιμο χαλιών και κουβερτών. Τα χτυπούσαν με μια ξύλινη σανίδα (το κόπανο) για να μαλακώσουν και να καθαρίσουν καλύτερα. Μερικές φορές η γιαγιά μου ερχόταν από τα Τσωναίκα στη Λούτσα για να πλύνει τα λιναρόπανα που χρησιμοποιούσαμε στο ράβδο. Τα έπλενε στη θάλασσα και μετά τα ξέπλενε στο ποτάμι για να φύγει το αλάτι της θάλασσας.
ΣΥΔΕΡΩΜΑ
Στο σπίτι δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και χρησιμοποιούσαν μια βαριά σιδερένια συσκευή με ξύλινη λαβή. Θυμάμαι τη μητέρα μου άνοιγε το σίδερο και έβαζε μέσα αναμμένα κάρβουνα από το τζάκι. Το σίδερο είχε μικρές τρύπες κατά μήκος των πλευρών για να μπαίνει ο αέρας και να γίνεται η καύση. Όταν η κάτω επιφάνεια του σιδήρου είχε ζεσταθεί αρκετά, το έβαζε πάνω στο ρούχο, έριχνε μερικές σταγόνες νερό στο ρούχο και το κινούσε μπρος και πίσω για να γίνει το σιδέρωμα.
ΕΝΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ
Με αφορμή της γιορτής της γυναίκας της υπαίθρου, θέλω να κάνω ένα αφιέρωμα στη δύο ηρωίδες της υπαίθρου στο οικογενειακό μου περιβάλλον, τη μητρική μου γιαγιά, Δήμητρα και τη μητέρα μου, Σοφία.
ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΙΑΓΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ
Η μητρική μου γιαγιά Δήμητρα, το γένος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Χρυσοκελλαριά, ένα γραφικό χωριό κοντά στη Κορώνη. Παντρεύτηκε το Παναγιώτη Νικολάου Τσώνη (Κουτέλη) και μετακόμισε στο χωριό του, στα Τσωναίκα.
Στα παιδικά μου χρόνια τα 8 παιδιά της είχαν μεγαλώσει και είχαν φύγει από το σπίτι. Κάθε φορά που πήγαινα να την επισκεφτώ υπήρχε στο σπίτι απόλυτη ησυχία και γαλήνη και με περίμενε με λαχτάρα και χαρά να με δει. Τη θυμάμαι ευγενική, τρυφερή, λίγο ντροπαλή και σοβαρή. Ήταν θρησκευόμενη και αγράμματη, όπως όλες οι γυναίκες της εποχής της, Στις γιορτές με έπαιρνε με την αδελφή μου και αδελφό μου να πάμε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στα Τσωναίκα για να κοινωνήσουμε.
Μέχρι την ηλικία των 10 ετών ζούσαμε στη Λούτσα και μερικές φορές μέσα στη σκόνη ή λάσπη έτρεχα ξυπόλητος για να πάω στα Τσωναίκα, 2 χιλιόμετρα από τη Λούτσα, για να παίξω με τα παιδιά του χωριού και να περάσω μερικές ημέρες μαζί της. Ήταν ολιγομίλητη όμως όταν ήμουν μαζί της πάντα ένιωθα το ευχάριστο συναίσθημα που προκαλεί η ζεστασιά της οικογενειακής ατμόσφαιρας. Είχε χαρά και ψυχική ικανοποίηση να με ευχαριστήσει. Μου μαγείρευε να φάω το αγαπημένο μου φαγητό, τηγανητά αυγά, τυρί και καπνιστό χοιρινό λουκάνικο. Επίσης μου πρόσφερε αμύγδαλα, αποξηραμένα σύκα, σταφίδα και ρόδια. Πάντα εργαζόταν στη κουζίνα, να μαγειρέψει, και να ζυμώσει ψωμί. Άλλες φορές με τις γειτόνισσες έφτιαχνε τραχανά και χυλοπίτες. Όταν ευρίσκε λίγο χρόνο πήγαινε στο χαγιάτι για να υφάνει ρούχα στον αργαλειό.Τη κοιτούσα με περιέργεια και ενδιαφέρον για το τρόπο με τον οποίον χρησιμοποίησε τον αργαλειό. Έμαθα και εγώ να υφαίνω και χαιρόμουν να τη βοηθήσω.
Ο πρωτότοκος γιος της Νικόλαος, ήταν οδοντίατρος, το μόνο παιδί με πανεπιστημιακή εκπαίδευση στην οικογένεια. Ζούσε στη Καλαμάτα με τη σύζυγο του Βασιλική (Κούλα) και τα δύο αγόρια, Τάκη και Τάσο. Ήταν πολύ φιλικός και αγαπητός με τους ασθενείς και πολλές φορές έφτιαχνε τα δόντια φτωχών πελατών χωρίς χρέωση. Είχε και ο ίδιος γνωρίζει τη φτώχεια από μικρή ηλικία και τα χρόνια της κατοχής που σπούδαζε στην Αθήνα. Δυστυχώς η τύχη δεν τον άφησε να εξασκήσει το επάγγελμα του, να απολαύσει την οικογένεια του και να ζήσει τις χαρές και λύπες που προσφέρει η ζωή. Το 1957 σκοτώθηκε σε τροχαίο στα βουνά της Τρίπολης σε ηλικία 37 ετών. Ενώ είχε σταματήσει στην άκρη του δρόμου, είχε πάθει λάστιχο το αυτοκίνητο, τον χτύπησε ένα φορτηγό θανάσιμα. Ήταν λυπηρό, οδυνηρό και άδικο και από τότε η μητέρα του δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το θάνατό του. Τη θυμάμαι να είναι πάντα μελαγχολική και κλαμένη. Όταν αποφοίτησα από το Γυμνάσιο-Λύκειο Πύλου, έφυγα για το εξωτερικό και το τελευταίο αντίο ήταν πολύ συγκινητικό και γιά τους δυο μας. Δεν την ξαναείδα από τότε και το 1969, σε ηλικία 75 ετών, πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Αισθάνθηκα μεγάλο πόνο και θλίψη όταν έμαθα το ξαφνικό θάνατό της.
ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΣΟΦΙΑ
Η μητέρα μου, Σοφία, γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Τσωναίκα από τους γονείς, Δήμητρα και Παναγιώτη Νικολάου Τσώνη (Κουτέλη). Ήταν το δεύτερο παιδί από τα 8 παιδιά που είχαν οι γονείς της και η μεγαλύτερη από τα 6 κορίτσια. Τελείωσε το εξατάξιο δημοτικό σχολείο στη Φοινικούντα. και ήταν πολύ καλή μαθήτρια με καθαρό μυαλό. Ο δάσκαλος προσπάθησε να πείσει το πατέρα της να της επιτρέψει να συνεχίσει το σχολείο, ο πατέρας της όμως επέμενε ότι πρέπει να σταματήσει για να συμβάλει στο οικονομικό της οικογένειας διότι είχε ακόμη 7 παιδιά να μεγαλώσει. Έτσι σε ηλικία 12 ετών έγινε βοσκοπούλα και ήταν υπεύθυνη να επιβλέπει 15-20 πρόβατα.
Σε ηλικία 19 ετών, παντρεύτηκε το Παναγιώτη Χρήστου Τσώνη (Μάλλιο) επίσης από τα Τσωναίκα. Αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες όταν πήγε να ζήση με το πατέρα μου. Βρήκε μια άρρωστη πεθερά, τη Χριστίνα και δύο μικρά ορφανά παιδιά, το Χρήστο 8 ετών και το Παναγιώτη 6 ετών. Ήταν παιδιά του αδελφού του πατέρα μου, Φώτη, ο οποίος σκοτώθηκε το 1940 σε ηλικία 30 ετών στον Ελληνοαλβανικό πόλεμο και η μητέρα τους πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα. Έτσι τα ορφανά έμειναν με τους γονείς μου. Η χώρα ήταν ακόμη υπό τη Γερμανική κατοχή και στη συνέχεια ακολούθησε ο Εμφύλιος Πόλεμος. Ο πεθερός της, Χρήστος (Λιακοχρήστος) ειχε πεθάνει.
Όταν γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος της, Φώτιος, λίγους μήνες αργότερα πέθανε από δηλητηρίαση γάλα γίδας. Άπειρη τότε η μητέρα μου, έβαλε το μωρό να φάει γάλα κατευθείαν από το μαστό της γίδας. Ο μαστός όμως είχε κοπεί και κάνει πληγή από σκουριασμένο σύρμα φράχτης και το γάλα είχε πάθει μόλυνση. Αργότερα έκανε 3 ακόμη παιδιά, τη Βασιλική, εμένα και το Νίκο. Όταν είμαστε μικρά μας έπαιρνε στο χωράφι για να εργαστεί.
Μας αγαπούσε πολύ, ήταν ενθαρρυντική και υπομονετική. Φρόντιζε να είμαστε όλοι καλά στην υγεία μας και να τρώμε πρώτα εμείς και αυτή έτρωγε το περίσσευμα. Της είχα πολύ αδυναμία και μικρός ήθελα να περνάω πολλές ώρες μαζί της. Παρότι είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο, είχε ένα απίθανο, αναλυτικό μυαλό. Όταν πήγαινα στο δημοτικό κάθε βράδυ καθόμουν κάτω από το λυχνάρι, και ενώ έκανε τις δουλειές στη κουζίνα, με βοηθούσε στο διάβασμα, στην αριθμητική και να λύσω προβλήματα στα μαθηματικά.
Είχε επίσης καλή φωνή και συχνά άρχιζε το τραγούδι σε οικογενειακούς γάμους και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, Όταν κυκλοφόρησαν τα ραδιόφωνα τρανζίστορ, είχε ένα πάντα μαζί της στο χωράφι για να ακούει τραγούδια. Της άρεσε επίσης να ντύνεται και να πηγαίνει στα πανηγύρια με το πατέρα μου. Ήταν και δύο εξαιρετικοί χορευτές.
Το χρονικό διάστημα 1980-2000, κάθε καλοκαίρι, ερχόμουν με την οικογένεια στο χωριό από το εξωτερικό για να περάσουμε μαζί μερικές εβδομάδες. Της έκανα παρέα και συζητούσαμε ατέλειωτες ώρες και ήθελε με ενδιαφέρον να μάθει διάφορα συμβάντα στην ανθρωπότητα. Για τα εγγόνια ήταν μια υπέροχη και αγαπημένη γιαγιά.
Μετά το 2000 άρχισε να ξεχνάει και να δείχνει σημάδια Αλτσχάιμερ. Το καλοκαίρι του 2004 έπαθε εγκεφαλικό και για πέντε μήνες έμεινε κατάκοιτη στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να μιλήσει και να φάει μόνη. Στις 29 Δεκεμβρίου, 2004 σε ηλικία 81 ετών άφησε τη τελευταία της πνοή στο σπίτι. Ήμουν δίπλα της και της έκλεισα τα μάτια. Ο θάνατός της ήταν μια πολύ δύσκολη και θλιβερή περίοδο στη ζωή μου.
Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Η Ελληνική πολιτεία δεν στήριξε στο παρελθόν τη γυναίκα αγρότισσα και γενικά την ύπαιθρο. Με αποτέλεσμα χιλιάδες νέοι και νέες να εγκαταλείψουν τα χωριά και να μετακομίσουν στις μεγαλουπόλεις ή να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό για ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο.
Ακόμη και σήμερα η ζωή στην ύπαιθρο συνεχώς φθίνει. Ευτυχώς όμως που είναι ακόμη μερικοί αγρότες και αγρότισσες και κάνουν μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσουν τη γεωργία.
Πρέπει όμως να τονίσω ότι υπάρχουν μερικά θετικά νομοθετήματα για τις Ελληνίδες της υπαίθρου, όμως υπάρχει επιτακτική ανάγκη για το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης της χώρας να αντιγράψει επιτυχημένους τρόπους και μεθόδους της γεωργίας από τα αναπτυγμένα μέλη των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να στηρίξει την Ελληνίδα της υπαίθρου να τα εφαρμώσει.
Αναμφισβήτητα σήμερα το μορφωτικό επίπεδο της Ελληνίδας της υπαίθρου έχει βελτιωθεί σημαντικά, όμως συνεχίζει να αντιμετωπίζει ανισότητες των δύο φίλων σε πολλούς τομείς. Παρόλα αυτά εξακολουθεί ακούραστα να συνδράμει στην αγροτική και κτηνοτροφική οικονομία της χώρας.
Σήμερα σχεδόν όλα τα σπίτια των Ελληνικών νοικοκυριών στην ύπαιθρο είναι εξοπλισμένα με φως, νερό, τηλέφωνο, τηλεόραση, θέρμανση, ηλεκτρική κουζίνα, ψυγείο, πλυντήριο ρούχων και εσωτερική τουαλέτα με μπάνιο. Τα κορίτσια τους έχουν τα ίδια δικαιώματα και ευκαιρίες με τα αγόρια. Σπουδάζουν στα Πανεπιστήμια της χώρας ή στο Εξωτερικό με αποτέλεσμα να διαπρέπουν στην επιστήμη, τεχνολογία, υγεία, αθλητισμό, εκπαίδευση, επιχειρηματικότητα, στη δικαιοσύνη και στο χώρο της μόδας.
Τα ελαιόδεντρα είναι αειθαλή και αιωνόβια. Αναπτύσσονται σε μεσογειακό κλίμα. και σε χώρες της Αφρικής, Αμερικής, και Ασίας με μέτριο κλίμα. Έχουν παχιά, λιπαρά φύλλα για να διατηρούν την υγρασία. Ανθίζουν το Μάιο και η ελιά ωριμάζει στο τέλος Νοέμβρη. Το δέντρο χρειάζεται λίγη συντήρηση, λίγο κλάδεμα και λίπανση. Ο καρπός προσβάλλεται από το δάκο (μύγα), με αποτέλεσμα να μειώσει την ποσότητα και την ποιότητα του έως και 60%. Γι αυτό κάθε χρόνο χρειάζεται να ψεκάζονται τα ελαιόδεντρα με χημικά ή βιολογικά εντομοκτόνα. Στο παρελθόν οι αγρότες καλλιεργούσαν νέα δέντρα από μοσχεύματα υγιεινών ελαιοδέντρων, όμως μεγάλωναν αργά. Χρειάστηκαν περίπου 15 χρόνια για να αρχίσουν να παράγουν ελιές. Τις περισσότερες φορές αυτά τα μοσχεύματα απέτυχαν να αναπτυχθούν και ήταν πολύ απογοητευτικό για τους αγρότες. Σήμερα μπορούν να αγοράσουν μικρά ελαιόδεντρα από φυτώρια, τα οποία παράγουν ελαιόλαδο σε 5-6 χρόνια.
ΡΑΒΔΟΣ
Η Συγκομιδή της ελιάς (ο ράβδος) γινόταν από Νοέμβριο έως στο τέλος του Φλεβάρη και ήταν μια οικογενειακή προσπάθεια. Πολλές φορές έπεφταν οι ελιές από τα δέντρα, λόγω του αέρα και βροχής, και πήγαιναν οι γυναίκες με καλάθια να τις μαζέψουν με τα χέρια, το λεγόμενο χαμολόι.
Όταν άρχιζε ο ράβδος φορτώναμε στο γάιδαρο τα λιναρόπανα και τα τσουβάλια, παίρναμε στην ωμοπλάτη τα ξύλινα κοντοράβια και τις δέμπλες, και ξεκινούσαμε για το χωράφι. Η νοικοκυρά του σπιτιού, αν είχε μικρό παιδί, το παίρνε μαζί της και όταν έφτανε στο χωράφι, αναποδογύριζε το σαμάρι του αλόγου ή του γαϊδάρου για να το βάλει μέσα να κοιμηθεί.
Κάτω από το ελαιόδεντρο απλώναμε τα λιναρόπανα, ο πατέρας ή ο μεγαλύτερος αδερφός ανέβενε πάνω στο δέντρο, έκοβε με χειροκίνητο πριόνι μερικές κλάρες και τις έριχνε κάτω, άλλες της χτύπησε με ένα ξύλινο κοντοράβδη. Ταυτόχρονα κλάδευε και το δέντρο και ήταν έτοιμο για τον άλλο χρόνο. Ο παππούς ή κάποιος άλλος νέος χτυπούσε τις εξωτερικές κλάρες του ελαιόδεντρου με τη δέμπλα για να ρίξει τον καρπό με τα φύλλα και τα κοτσάνια πάνω στα λιναρόπανα. Τις κλάρες που είχαν πέσει πάνω στα λιναρόπανα τις χτυπούσαν με ένα κοντοράβδη.
Όσοι ελαιοπαραγωγοί είχαν πολλές ελιές έκαναν δανεικαριές, δηλαδή έρχόταν μια οικογένεια, να βοηθήσει στο ράβδο και μετά πήγαινε η άλλη οικογένεια να κάνει το ίδιο. Για να σπάσει η μονοτονία και να ξεχαστεί η κουράσει, λέγαμε αστεία και κουτσομπολιά. Γύρο στις 10 παίρναμε μια ανάσα και κάναμε κολατσιό με ζυμωτό ψωμί, χοντρολιές, λάδι και κρεμμύδι. Το μεσημέρι καθόμαστε για το κύριο γεύμα, το οποίο συνήθως ήταν λίγο κοτόπουλο με ρύζι, άλλες μέρες παστό με πατάτες και άγρια χόρτα, μακαρόνια με κιμά, τηγανιτό μπακαλιάρο με σκορδαλιά, φασολάδα με χοντρολιές ή ότι άλλο είχε ετοιμάσει η μητέρα μας. Το ζυμωτό ψωμί, το ελαιόλαδο και το σπιτίσιο κρασί ήταν πάντα παρόν.
Μερικές φορές μας έπιανε η βροχή. Τα αφήναμε όλα κάτω από το ελαιόδεντρο και επιστρέφαμε βρεγμένοι και λασπωμένοι στο σπίτι. Όταν υπήρχε ελαφρό αεράκι γινόταν το λίχνισμα για να διαχωρίσουμε τις ελιές από τα φύλλα. Κατόπιν τις βάζαμε μέσα σε λιναρένια τσουβάλια και τις κουβαλούσαμε στο ελαιοτριβείο με το γάιδαρο ή με το άλογο. Όταν ο δρόμος είχε πολύ λάσπη, φορτωμένος ο γάιδαρος κολλούσε μέσα στη λάσπη, γονάτιζε και καθόταν κάτω με τη κοιλιά. Ήταν αδύνατον να σηκωθεί και χρειαζόταν να ξεφορτωθεί. Όλη η εικόνα ήταν πραγματικό δράμα!
Εμείς τα παιδιά, όταν τελειώναμε το σχολείο ή στις γιορτές των Χριστουγέννων, πηγαίναμε στο χωράφι και βοηθούσαμε λίγο στο ράβδο, όμως προτιμούσαμε να κυνηγήσουμε πουλιά με πεταχτάρα, δόκανο, ή αγκίστρι. Συνήθως κυνηγούσαμε τσιπουργιάνια και σπουργίτια. Σπάνια πιάναμε καμία τσίχλα η κότσιφα, ενώ η καρακάξα, παρότι χοροπηδούσε γύρω από τη παγίδα, ήταν αδύνατο να πιαστεί. Πανέξυπνο πουλί!.
Η μέρα ήταν μικρή και με το βασίλεμα του ήλιου τελειώναμε την εργασία. Γυρίζαμε στο σπίτι κουρασμένοι και δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και τρεχούμενο νερό να κάνουμε ένα ζεστό μπάνιο. Η μητέρα μας άναβε τη λάμπα και το λυχνάρι για να αρχίσει τις δουλειές του σπιτιού: να φέρει νερό από το πηγάδι της γειτονιάς, να ανάψει φωτιά να ζεσταθούμε και να μαγειρέψει να φάμε κάτι. Επίσης είχε να αντιμετωπίσει και όλες τις άλλες δουλειές του σπιτιού. Εμείς μετά το φαγητό αρχίζαμε το διάβασμα και γράψιμο για το σχολείο, κάτω από το λυχνάρι ή τη λάμπα. Οι άντρες συνήθως πήγαν στο καφενείο.
ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΑ
Στα μέσα του 20ου αιώνα, υπήρχαν δύο ελαιοτριβεία στη περιοχή Φοινικούντα, Τσωναίκα και Λαχανάδα. Στα Τσωναίκα, υπήρχε το ελαιοτριβείο του Νικολάου Τσώνη (Νικολάκη) και στη Φοινικούντα, το ελαιοτριβείο των αδελφών Κωνσταντίνου και Αντωνίου Κορακάκη.
Τη περίοδο του 1900-1920 βαθιά οικονομική κρίση μάστιζε τη χώρα. Η φτώχεια, και η απελπισία, ανάγκασε περισσότερους από 400.000 Έλληνες, κυρίως άνδρες, να μεταναστεύσουν στην Αμερική. Παρότι είχε συγκρουστεί με παγόβουνο στον Ατλαντικό το επιβατικό υπερωκεάνιο Τιτανικός στις 15-4-1912, δεν δύστασαν έξι Τσωναίοι να μεταναστεύσουν τον ίδιο χρόνο.
Έτσι το 1912, έφυγαν παρέα από το λιμάνι της Καλαμάτας στο ατμόπλοιο Θεμιστοκλής για την Νέα Υόρκη, έξι Τσωναίοι και ο Γιώργος Μοσσός. Οι Τσωναίοι ήταν: Γεώργιος, Ζαχαρίας, Παναγιώτης, Αναστάσιος(Φιδάκος), Νικόλαος (Νικολάκης), και ο πατρικός μου παππούς, Χρήστος (Λιακοχρήστος). Όλοι έφτασαν στη Νέα Υόρκη την 23 Αυγούστου, καταρρακωμένοι μετά από ένα εικοσαήμερο δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι του Ατλαντικού. Ανεπάγγελτοι και αγράμματοι, είχαν να αντιμετωπίσουν ένα άγνωστο κόσμο με περίεργα ήθη και έθιμα χωρίς να γνωρίζουν τη γλώσσα.
Ο Νικολάκης και ο παππούς μου ήταν φίλοι και κουμπάροι. Ο παππούς μου είχε βαφτίσει το γιο του Νικολάκη, Παναγιώτη (Πήτη).
ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΝΙΚΟΛΑΚΗ
Αργότερα ο Νικολάκης επέστρεψε στα Τσωναίκα και έφτιαξε το ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΝΙΚΟΛΑΚΗ. το οποίο βρισκόταν στη διασταύρωση δυτικά του κεντρικού δρόμου του χωριού και του δρόμου που οδηγεί στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου.
Ήταν παραδοσιακού τύπου. Αποτελείτο από ένα ή δύο κυκλικά πέτρινα λιθάρια για την άλεση της ελιάς και από το πειστήριο με το οποίο πίεζαν τον έλαιοπολτό για να παράγουν το ελαιόλαδο.
ΑΛΕΣΗ ΕΛΙΑΣ
Μέσα σε μια υπερυψωμένη πέτρινη εξέδρα, μορφή λεκάνης. υπήρχε ένα ή δύο λιθάρια συνδεδεμένα, δια μέσου ενός άξονα, με το κάθετο κεντρικό άξονα του όλου συστήματος. Επίσης, υπήρχε ένα άλλο δοκάρι συνδεδεμένο κάθετα του κεντρικού άξονα στον οποίον έδεναν το ζώο, Έπερναν τις λιχνησμένες ελιές και τις έριχναν στη πέτρινη λεκάνη. Το ζώο άρχιζε να γυρίζει γύρω από την εξέδρα και μαζί περιστρεφόταν και το λιθάρι. το οποίο έσπαζε το κουκούτσι της ελιάς. Μετά από περίπου μισή ώρα όλος ο καρπός της ελιάς γινόταν πολτός, το λεγόμενο χαμούρι.
ΕΚΧΥΛΙΣΗ ΕΛΑΙΟΠΟΛΤΟΥ
Το δεύτερο βήμα ήταν η πίεση του ελαιοπολτού. Στο κέντρο του πιεστηρίου υπήρχε ένας μακρύς κάθετος άξονας, ξύλινος ή μεταλλικός, τύπου κοχλία. Στο πάνω και κάτω μέρος του άξονα τοποθετούσαν δύο ξύλινες ή μεταλλικές χοντρές και φαρδιές λαμαρίνες. Στη συνέχεια έπαιρναν τον πολτό τον έβαζαν μέσα σε τσαντίλες, φτιαγμένες από γιδόμαλλο για να μη σπάνε από τη πίεση, εριχναν πάνω σε κάθε μια ζεστό νερό και τις τοποθετούσαν μια πάνω στην άλλη.
Όταν η στοιβάδα με τις τσαντίλες είχε ολοκληρωθεί, γύριζαν το ξύλινο μοχλό 4-5 άνδρες για να κατέβει η άνω λαμαρίνα και να συμπιέσει τις τσαντίλες για να γίνει η εκχύλιση του ελαιολάδου. Αποτελείτο από ελαιόλαδο, νερό και σωματίδια ελιάς, το οποίο έπεφτε μέσα σε δεξαμενή (γούρνα).
Το ελαιοτριβείο λειτουργούσε χωρίς διαχωριστήρα και ακολουθούσε μια διαδικασία για να χωρίσουν το ελαιόλαδο από το υπόλοιπο μείγμα. Όταν δεν εβγαίνε άλλο μείγμα από τις τσαντίλες, σταματούσαν τη συμπίεση και άφηναν το περιεχόμενο της δεξαμενής να ηρεμήσει. Το ελαιόλαδο, ελαφρύτερο από το νερό, χώριζε και ανέβαινε στην επιφάνεια. Το μάζευαν με τη μπότσα προσεκτικά από την επιφάνεια και το μετρούσαν με τη μπότσα. Μια μπότσα χωρούσε 2 οκάδες και μία οκά ήταν 1,28 κιλά.
Ο ιδιοκτήτης του ελαιοτριβείου έπαιρνε ένα ποσοστό λάδι για την εργασία του και το υπόλοιπο το έπαιρνε ο ελαιοπαραγωγός στο σπίτι και το άδειαζε σε πήλινα πιθάρια (τζάρες).
Το ελαιόλαδο περιείχε ακόμη λίγο νερό και σωματίδια ελιάς, τη λεγόμενη μούργα, η οποία έμεινε στο πυθμένα της τζάρας όταν τελείωνε το ελαιόλαδο και έφτιαχναν σαπούνι.
Το υπόλοιπο μείγμα, ο κατσίγαρος ή λιόσμος, όπως τον έλεγαν, έμενε στη γούρνα, την άνοιγαν και έπεφτε σε μια στενή γράνα (αυλάκι), πήγαινε στο ποτάμι του χωριού και τελικά έφτανε στη θάλασσα της Λούτσας. Ο κατσίγαρος περιείχε μερικό ελαιόλαδο και γυάλιζε στην επιφάνεια. Επίσης σε όλο το χωριό υπήρχε μια δυσοσμία στον αέρα.
Στη τσαντίλα έμενε ο πυρήνας (λιοκόκι) της ελιάς, τον οποίον έπαιρνε ο ελαιοπαραγωγός στο σπίτι του για να ταΐσει το χοιρινό να παχύνει και να είναι έτοιμο για τα γορνοσφαξήματα, που συνήθως άρχιζαν γύρο στο Τριώδιο.
Θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια πήγαινα από τη Λούτσα στα Τσωναίκα να παίξω με τα παιδιά του χωριού και το ΕΛΑΙΤΡΙΒΕΙΟ ΝΙΚΟΛΑΚΗ λειτουργούσε πλήρως κάτω από την εποπτεία των τριών παιδιών του Νικολάκη. Το Παναγιώτη (Πήτη), το Φώτη (Κοκοφώτη) και τον Αναστάσιο (Βλαχομάστορα).
Σήμερα το ελαιοτριβείο είναι εκτός λειτουργίας. Η φωτογραφια δείχνει τα απομεινάρια.
Το επιχειρηματικό πνεύμα του Νικολάκη το συνέχισαν τα παιδιά του ο Αναστάσιος (Βλαχομάστορας) με τους γιούς του Ηλία και Νίκο, δημιούργησαν και λειτουργούν στη Φοινικούντα το ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΕΛΕΝΑ. Ο Παναγιώτης (Πίτης) με το γιο του, Δημήτρη, άρχισαν το ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΚΑΡΑΒΙ στη Φοινικούντα. Σήμερα διαχειριστής είναι ο γιος του Δημήτρη, Παναγιώτης (Τάκης). Ο τέταρτος γιος του Νικολάκη, Ηλίας, ήταν δημοδιδάσκαλος με τη σύζυγό του, Γεωργία, στο Δημοτικό σχολείο Φοινικούντας. Ήμουν ένας από τους 120 μαθητές τους που ειχε το σχολειο κάθε χρόνο. Ο μικρότερος γιος του Νικολάκη, Γιώργος (Ατελάκος), δημιούργησε το GEORGIO SEASIDE HOTEL στη Φοινικούντα, το οποίο διαχειρίζεται σήμερα η κόρη του, Νικολέττα.
ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ ΚΟΡΑΚΑΚΗ
Λίγο αργότερα μετά από τους Τσωναίους, πήγε και ο Κωνσταντίνος Κορακάκης, γνωστός ως Κορακόκωστας, από τη Φοινικούντα, στην Αμερική και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα συνεργάστηκε με τον αδελφό του Αντώνη και έφτιαξαν το ελαιοτριβείο Κορακάκη στη Φοινικούντα.
Όταν πέθανε ο Αντώνης, τη διαχείριση του ελαιοτριβείου την ανέλαβε ο γιος του Αναστάσιος μαζί με τον Αμερικάνο Κωσταντίνο (Κορακόκωστα).
Η Φοινικούντα δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα μέχρι το τέλος του 1960 και όλη η μηχανική και ηλεκτρική λειτουργία του ελαιοτριβείου γινόταν με μια μεγάλη πετρελαιομηχανή, η οποία έπαιρνε μπρος με μανιβέλα. Η μηχανή έδινε κίνηση σε γεννήτρια, η οποία έδινε ηλεκτρικό ρεύμα για το φωτισμό του ελαιοτριβείου. Επίσης, η πετρελαιομηχανή χρησιμοποιείτο για τη λειτουργία του λιχνιστηρίου, τη κίνηση και περιστροφή των λιθαριών, για την υδραυλική πίεση του πιεστηρίου και για τη λειτουργία του έλαιοδιαχωριστήρα.
Ο ελαιοπαραγωγός αφού είχε μαζέψει τις ελιές στο χωράφι, γέμιζε τα τσουβάλια ελιές, τα φόρτωνε στο γάιδαρο ή στο άλογο και τα έφερνε στο ελαιοτριβείο. Επειδή δεν είχε πολλά τσουβάλια, τα άδειαζε σε μια από τις 70 μικρές δεξαμενές, τα λεγόμενα παχνιά. Το ελαιτριβείο λειτουργούσε όλο το 24ωρο και είχε αρκετό προσωπικό με τον λεγόμενο καραβοκύρη, ο οποίος συντόνιζε όλη τη εργασία που χρειαζόταν να κάνει το εργατικό προσωπικό στο ελαιοτριβείο. Όμως, υπήρχαν πολλές ελιές και χρειαζόταν να μείνουν στο παχνί μερικές μέρες, ειδικά αν παρουσιαζόταν μηχανική βλάβη, με αποτέλεσμα να αρχίζουν να αλλοιώνονται, να μουχλιάζουν και να δίνουν ελαιόλαδο κατώτερης ποιότητας με υψηλότερη οξύτητα, “έβαζε το λαδι βαθμούς έλεγαν οι παλιοί”. Αργότερα ο Αναστάσιος έφτιαξε ένα παράρτημα ελαιοτριβείου στη Λαχανάδα.
ΑΛΕΣΗ ΕΛΙΑΣ
Το άλεσμα της ελιάς γινόταν με δύο κυκλικά λιθάρια των οποίων η κίνηση και περιστροφή γινόταν μηχανικά, χωρίς να χρειάζεται ο γάιδαρος ή το άλογο. Κάθε λιθάρι ήταν κατασκευασμένο από γρανίτη, διαμέτρου 1,2 μέτρων, πάχος 30 εκατοστά και βάρος 1,5 τόνους. Για την άλεση της ελιάς χρειαζόταν περίπου μισή ώρα για να ολοκληρωθεί η πολτοποίηση.
ΕΚΧΎΛΙΣΗ ΕΛΙΑΣ
Το επόμενο βήμα ήταν το πιεστήριο. Έπαιρναν τον αλεσμένο πολτό και τον μετέφεραν δίπλα στο πιεστήριο. Ένας εργάτης τον έριχνε μέσα σε μια τετράγωνη τσαντίλα (μορφή φακέλου), και με το χέρι του τον σκορπούσε ομοιόμορφα. Τοποθετούσε μια τσαντίλα στη βάση του πιεστηρίου, της έριχνε ζεστό νερό και μετά εβαζε τη μια πάνω στην άλλη, και δημιουργούσε μια στοιβάδα. Η όλη διαδικασία ήταν χρονοβόρα, κουραστική και διήρκησε περίπου μια ώρα. Αργότερα καταργήθηκε η τετράγωνη τσαντίλα (φάκελος) και καθιερώθηκε η στρογγυλή με τρύπα, από την οποία εβγαίνε περισσότερο μείγμα ελαιολάδου και πιο γρήγορα.
Όταν η στοιβάδα ήταν έτοιμη γινόταν η υδραυλική συμπίεση και άρχιζαν οι τσαντίλες να στάζουν στις άκρες και να πέφτει το υγρό στη βάση του πιεστηρίου, που τελικά έπεφτε στη γούρνα.
Το υγρό ήταν ένα μείγμα από ελαιόλαδο, νερό και σωματίδια ελιάς και περνούσε στο διαχωριστήρα, ο οποίος ξεχώριζε το ελαιόλαδο από τα σωματίδια και το νερό. Το ελαιόλαδο έτρεχε σε μια μεταλλική δεξαμενή και τα υπόλοιπα απόβλητα, ο λεγόμενος κατσίγαρος (λιόσμος), έπεφτε σε ένα αυλάκι και πήγαινε στη θάλασσα. Η δυσοσμία στον αέρα ήταν αισθητή.
Εμείς τα παιδιά: εγώ, ο αδελφός μου Νίκος, και τα τέσσερα αγόρια του Γιώργη και Έκατερινης Κορακάκη: Μήτσος, Γιάννης, Κώστας και Παντελής, πηγαίναμε στο ελαιοτριβείο και ο Αναστάσιος μας επέτρεπε να φτιάχνουμε καψαλιστό ψωμί και να το βουτάμε στο φρέσκο ελαιόλαδο που έτρεχε. Ήταν πραγματικά νοστιμότατο! Επίσης, παίζαμε κρυφτό στα παχνιά που είχαν τις ελιές και τα ρούχα μας γέμισαν λιόσμο, αλλά το διασκεδάσαμε γελώντας.
Κατόπιν, έπαιρναν το ελαιόλαδο από τη δεξαμενή, το έβαζαν σε δοχεία (λαδούσες) και το ζύγιζαν. Αφού έπαιρνε ο ιδιοκτήτης του ελαιοτριβείου ένα ποσοστό για την υπηρεσία που προσέφερε, ο ελαιοπαραγωγός έπαιρνε το υπόλοιπο στο σπίτι και τα έριχνε μέσα σε τζάρες.
Το επιχειρηματικό πνεύμα των αδελφών, Κωνσταντίνου και Αντώνη Κορακάκη, πέρασε στα παιδιά τους. Με την ανάπτυξη του τουρισμού, ο γιος του Κωνσταντίνου, Γεώργιος, έφτιαξε το Ξενοδοχείο Φοινίσια (Hotel Finisia) δίπλα στο πατρικό του σπίτι στη Φοινικούντα. Ο γιος του Αντωνίου, Αναστάσιος, συνέχισε τη λειτουργία του ΕΛΑΙΤΡΙΒΕΙΟΥ ΚΟΡΑΚΑΚΗ και επίσης δημιούργησε το ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΚΟΡΑΚΑΚΗ. Σήμερα ο γιος του, Αντώνης, διαχειρίζεται το ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ και συνεχίζει να λειτουργεί το ελαιοτριβείο με την επωνυμία ‘’ΛΙΟΤΡΙΒΙ-ΚΟΡΑΚΑΚΗΣ & ΣΙΑ Ε.Ε’’, που βρίσκεται μεταξύ Φοινικούντας και Λαχανάδας, πλησίον του δρόμου που ενώνει τα δύο χωριά και είναι εξοπλισμένο με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας.
ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ
Τον παλιό καιρό τα ελαιοτριβεία δεν είχαν διαχωριστήρα και το ελαιόλαδο που έπαιρνε ο παραγωγός στο σπίτι περιείχε αρκετή ποσότητα νερού, ψίχα ελιάς και διάφορα μικρά σωματίδια, τη λεγόμενη μούργα. Όταν τελείωνε το ελαιόλαδο στη τζάρα, στο πυθμένα έμενε αρκετή μούργα, με την οποία έφτιαχναν σαπούνι.
Στα Τσωναίκα, η γιαγιά μου, Γιαννούλα (Νινίνα) ήξερε να φτιάχνει σαπούνι από μούργα και καυστική ποτάσα και ήταν στο χωριό περιζήτητη για το ωραίο σαπούνι που έφτιαχνε. Όταν τη καλούσαν, πήγαινα και εγώ μαζί και περίμενα ανυπόμονα να βράσει στο καζάνι τη μούργα με τη καυστική ποτάσα για να δω τη βίαιη χημική αντίδραση και τον αφρό που έβγαινε. Στο τέλος έπαιρνε και ένα κομμάτι σαπούνι για την εργασία της. Το χρησιμοποιούσαμε για πλύσιμο ρούχων και όταν λουζόμαστε τσούζανε τα μάτια μας.
ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ
Σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου, οι 5 κορυφαίες χώρες, με την υψηλότερη ποσότητα παραγωγής ελαιολάδου την περίοδο 2019-2020, ήταν:
Χώρα παραγωγής (σε τόνους)
Ισπανία 1.125.300
Ιταλία 366.000
Τυνησία 350.000
Ελλάδα 275.000
Τουρκία 225.000
Παγκοσμίως 3.207.000
Παγκοσμίως, η Ελλάδα ήταν η πρώτη σε κατανάλωση κατά κεφαλήν. Κάθε άτομο κατανάλωσε 14 κιλά ελαιόλαδο ετησίως. Οι σημερινοί Έλληνες ελαιοκαλλιεργητές βρίσκονται σε απόγνωση, λόγω έλλειψη προσωπικού και της χαμηλής εμπορικής τιμής του ελαιολάδου, η οποία διατηρείται κάτω από 3 ευρώ το λίτρο!
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Η ποιότητα του ελαιολάδου εξαρτάται από τη γεύση, τη μυρωδιά, και την οξύτητά του. Γενικά οι 4 κατηγορίες ελαιολάδου κατάλληλες για ανθρώπινη κατανάλωση είναι:
1. ΒΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΠΑΡΘΕΝΟ: παράγεται από ελαιόδεντρα στα οποία δεν έχουν ρίξει φυτοφάρμακα και χημικά λιπάσματα. Η οξύτητα είναι μικρότερη από 0,8%.
2. ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΠΑΡΘΕΝΟ: έχει εξαιρετική γεύση και οσμή και περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα 0,8 γραμμάρια ή λιγότερο ανά 100 γραμμάρια (0,8%) ελαιολάδου.
3. ΣΥΝΘΕΤΟ: είναι μείγμα ελαιολάδου από παρθένα και εξευγενισμένα ελαιόλαδα με κυμαινόμενη οξύτητα.
4. ΠΥΡΗΝΕΛΑΙΟ: προέρχεται από τον πυρήνα της ελιάς μετά από ειδική χημική επεξεργασία. Έχει βαθύ πράσινο χρώμα και σχετικά υψηλή οξύτητα. Θεωρείται ιδανικό για τηγάνισμα, γιατί αντέχει υψηλές θερμοκρασίες. Πωλείται σχετικά σε χαμηλή τιμή και έτσι πήρε και το όνομα “το λάδι του φτωχού”.
ΧΗΜΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Το εξαίρετο παρθένο ελαιόλαδο περιέχει κυρίως τριγλυκερίδια (λίπη), τα οποία αποτελούνται από γλυκερόλη χημικά συνδεδεμένη με τρία λιπαρά οξέα.
Χωρίζονται σε ακόρεστα και κορεσμένα τριγλυκερίδια με μέγιστη ποσότητα 85% ακόρεστα και 14,5 % κορεσμένα.
Τα κύρια ακόρεστα λιπαρά οξέα είναι:
α) Ελαϊκό, μονοακόρεστο ωμέγα-9 λιπαρό οξύ σε ποσοστό 55 έως 83% του ελαιολάδου.
β) Παλμιτελαϊκό, μονοακόρεστο ωμέγα-7 λιπαρό οξύ σε ποσοστό 0,3
έως3,5% του ελαιολάδου.
γ) Λινολεϊκό, πολυακόρεστο ωμέγα-6 λιπαρό οξύ σε ποσοστό 3,5 έως
21% του ελαιολάδου.
δ) Λινολενικό, πολυακόρεστο ωμέγα-3 λιπαρό οξύ σε ποσοστό 0 έως 1,5% του ελαιολάδου.
Τα κύρια κορεσμένα λιπαρά οξέα είναι
α) Παλμιτικό, κορεσμένο λιπαρό οξύ σε ποσοστό 7,5 έως 20% του ελαιολάδου.
β) Στεατικό, κορεσμένο λιπαρό οξύ σε ποσοστό 0,5 έως 5% του
ελαιολάδου.
Μια κουτάλια της σούπας εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο ζυγίζει
13,5 γραμμάρια και δίνει 119 θερμίδες ενέργεια.
Περιέχει:
11,6 γραμμάρια ακόρεστα λιπαρά οξέα,
1,9 γραμμάρια κορεσμένα λιπαρά οξέα,
2,0 χιλιοστόγραμμα βιταμίνης Ε,
8,1 μικρογραμμάρια βιταμίνης Κ,
ίχνη ασβεστίου, καλίου, σιδήρου, καθώς και πολυφαινόλες, τοκοφερόλες, φυτοστερόλες, τερπενικά οξέα και άλλα αντιοξειδωτικά.
Το πράσινο ελαιόλαδο παράγεται από άγουρες (πράσινες) ελιές, οι οποίες έχουν χλωροφύλλη ενώ το κίτρινο από ώριμες (γαλαζοπές) ελιές, οι οποίες περιέχουν καροτίνη.
ΧΡΗΣΕΙΣ
Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο έχει υψηλό σημείο καπνού (191 βαθμούς Κελσίου), επομένως είναι ασφαλές στη χρήση για τις περισσότερες μεθόδους μαγειρέματος. Απορροφά εύκολα οξυγόνο, το οποίο αντιδρά με τα ακόρεστα λίπη όταν υπάρχει φως και σχετικά ζεστό περιβάλλον με αποτέλεσμα να παθαίνει οξείδωση. Για να διατηρηθεί φρέσκο, γευστικό και υγιές, τουλάχιστον ένα χρόνο, χρειάζεται να αποθηκεύεται σε κλειστό γυάλινο μπουκάλι και να φυλάσσεται σε δροσερό, ξηρό, σκοτεινό δωμάτιο, μακριά από φώς, οξυγόνο και θερμότητα. Η καλύτερη θερμοκρασία για την αποθήκευση είναι μεταξύ 15-22 βαθμούς Κελσίου.
Το ελαιόλαδο είναι θρεπτικό και υγιεινό, όμως είναι λίπος και έχει σχετικά αρκετές θερμίδες. Καλό είναι λοιπόν να το χρησιμοποιούμε με μέτρο. Χρησιμοποιείται στο μαγείρεμα, σε σαλάτας, στη σαπωνοποιία, σε προϊόντα για τη περιποίηση του δέρματος, ως λιπαντικό, ως καύσιμο σε λαμπτήρες λαδιού και σε θρησκευτικές τελετές.
Για να επωφεληθούμε από τη θρεπτική του αξία, το καλύτερο είναι το βιολογικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Όμως, λόγω του υψηλού κόστους, καλό είναι να χρησιμοποιούμε το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Δυστυχώς, είναι δύσκολο να βρει κανείς αγνό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο στην αγορά διότι υπάρχουν πολλοί ειδικοί “Λαδάδες” που το νοθεύουν και το προωθούν στο εμπόριο ως εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Το μόνο πραγματικό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο είναι αυτό που προέρχεται απευθείας από το ελαιοτριβείο και έχει οξύτητα μικρότερη από 0,8%.
Η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) και η Αμερικανική Ένωση καρδιολόγων αναγνωρίζουν το ελαιόλαδο για τα οφέλη που έχει για την υγεία της καρδιάς, όπως στεφανιαία νόσο, υψηλή αρτηριακή πίεση, και εγκεφαλικό επεισόδιο. Είναι πλούσιο σε μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά, που μειώνουν τη κακή χοληστερόλη. Επιπλέον, τα μονοακόρεστα λιπαρά οξέα βοηθούν στην ομαλοποίηση της πήξης του αίματος και του επιπέδου ινσουλίνης στο αίμα. Η ημερήσια ποσότητα κατανάλωσης συνίσταται να είναι 2 κουταλιές της σούπας.
THE Coronavirus Continues to create agony and fear of becoming ill and dying, and to cause despair over being separated from loved ones. Social isolation due to coronavirus has increased the level of loneliness felt by many people, which is not only emotionally painful, but has also led to mental disorders associated with higher rates of anxiety, depression, and suicide, and to physical ailments such as reduced immune system and cardiovascular function.
According to a recent study, the 10 countries in the world with the largest number of lonely people are:
1. Sweden
2. United Kingdom
3. Japan
4. Italy
5. USA
6. Canada
7. Russia
8. South Africa
9. Kenya
10. Brazil
Humans are divided into five generations based on the period of birth.
1. Silent Generation (1928-1945)
2. Baby Boomers (1946-1964)
3. Generation X (1965-1980)
4. Millennium Generation (1981-1996)
5. Generation Z (1997-2012)
A 2020 research reveals that in general
*The older people get, the less loneliness there is.
Specifically
* Middle-aged people reported more loneliness than older people.
* Younger people revealed more loneliness than middle-aged people.
* Generation Z and the Millennial Generation said hat they feel the highest rate of loneliness of all the other generations.
Between men and women
*While men generally report more loneliness than women, younger women feel more lonely than younger men.
Following are 4 photos, which represent lonely people.
According to the World Health Organization, approximately half (3.5 billion) of the global population, including half a billion children, suffer from oral diseases, especially gum disease. The main factor contributing to oral diseases is an unhealthy diet and the high content of sugar in food. Oral hygiene treatment is extremely expensive and is usually not part of Universal Healthcare Coverage. However, we can protect our gums and teeth and improve our oral hygiene using a simple homemade recipe:
1.Swish a teaspoon of solid organic coconut oil around inside your mouth for 15 minutes. Spit it out in the garbage (organic waste), not in the sink or toilet, i.e., not down the drain, and brush your teeth with toothpaste.
2.Then make a solution of one teaspoon baking soda (sodium hydrogen carbonate) and a half teaspoon of table salt (sodium chloride) dissolved in a half litre of lukewarm water, and rinse your mouth and gargle for 30 seconds with a mouthful of the solution. Spit out and repeat once. Your mouth will feel great! Baking soda in water starts to break into washing soda (sodium carbonate), carbon dioxide, and water at room temperature and thus gradually losing its effectiveness. Therefore, a fresh solution should be prepared every two days.
Organic coconut oil can usually be found in health food stores. It is recommended (because of cost) to use it once in the evening before bed. The solution of the baking soda and table salt should be used 2-3 times per day usually after eating. However If you have high blood pressure it is advisable to not use the latter solution, as sodium can be harmful to the heart.
Coconut oil has the ability to pull out and hold food particles and microbes from the teeth, gums, tongue and the entire interior of the mouth. Bacteria hiding inside the pores of the gums and between the teeth are pulled out of their hiding places and held firmly in the solution, and are then discarded when you spit the solution out.
Baking soda (sodium hydrogen carbonate) and table salt (sodium chloride) mixed with water form an alkaline solution which neutralizes the acids generated by bacteria in the mouth, and from acidic foods and acidic beverages. Most bacteria come to the surface and die in the alkaline solution, since they prefer an acidic environment to grow and multiply. The alkaline environment also reduces hard tartar and plaque that are usually formed by bacteria. In addition, the solution has antiseptic properties and heals mouth sores.
Throughout history, as humans spread and occupied our planet, many infectious diseases emerged. From the time of Ancient Greece to the present, epidemics have resulted in about one billion deaths worldwide. Some of the most devastating infectious diseases are: TYPHUS, INFLUENZA, SMALLPOX, PLAGUE, MEASLES, YELLOW FEVER, HEPATITIS, DENGUE FEVER, CHOLERA, ENCEPHALITIS, POLIOMYELITIS, MALARIA, AIDS, MENINGITIS, EBOLA, SARS, PERTUSSIS, PNEUMONIA AND TUBERCULOSIS, Currently, the COVID-19, one of the viruses in the Coronavirus family, is sweeping throughout the world spreading fear, panic and death, it is important to look back at the five most lethal epidemics in history, based on the total number of deaths relative to the population at the time.
1. PLAGUE OF ATHENS (429-426 B.C.)
When the epidemic erupted, the Peloponesian war was being waged in Greece between Sparta and Athens, the latter under the leadership of the prominent Athenian statesman, orator and brilliant general Pericles. It is generally believed that the disease originated in Ethiopia and entered Athens on merchant ships through the harbour of Piraeus, Athens, which was the only source of food and supplies from overseas. The disease became a highly contagious epidemic, most likely of typhus, typhoid fever or viral hemorrhagic. According to the Greek historian Thucydides, the victims of the disease suddenly developed high fever, headache and inflammation, with red eyes, a bleeding throat and tongue, diarrhea and the vomiting of blood. Some victims also developed gangrene at the tips of the fingers and toes. Most of the sick died in seven days. It is estimated that the plague killed 25% of the Athenian troops and 75,000 to 100,000 Athenians, or one-third of the Athenian population. Among the people who died were Pericles, his wife, and his two sons. Although Thucydides contracted the plague, he managed to survive. The plague also spread to the eastern Mediterranean, but to a less degree. Scholars believe that because the Athenians were losing the war, they were forced to retreat and the overcrowding in the City contributed to the spreading of the disease. The plague created fear, panic and chaos in the city. Athenians became discontent, lost faith in freedom and democracy and started to disobey the law, which was one of the main reasons for the decline and collapse of the golden age of Pericles
PLAGUE OF ATHENS (429-426 B.C.)
2. ANTONINE PLAGUE (165-180 A.D.)
The Antonine Plague (named after the Roman Emperor Marcus Aurelius Antoninus), that severely affected the Roman Empire, erupted in 165 A.D., when Roman power was at its peak throughout the Mediterranean world. The Greek physician Galen describes the disease as being of long duration, with fever, diarrhea, pharyngitis, and pustules of fluid and pus on the skin. It may have been smallpox, brought to Rome from China via merchant ships and by Roman troops returning from campaigns in the near East. The Roman historian Dio Cassius reports that there were up to 2,000 deaths a day in Rome, 25% of those who were infected. The plague also devastated the Roman army. It is estimated that between 60-70 million people, or 25% to 75% of the total population of the Empire, perished. Even the Emperor Antonine was infected and died. The plague had drastic social and political effects throughout the Roman Empire. It brought chaos and political and economic instability. The large number of deaths reduced the workforce, resulting in lower production of goods and services, and reduced trade and hence lower tax revenue for the government. The Romans also experienced civil wars and invasions by barbarians. People left their urban centres believing that they were cursed. Some were looking for answers in mystical religious and magic places, but the majority turned to Christianity which provided them with a meaning for life in times of crisis. Christianity also promised salvation in the afterlife, a solace in times of death and tragedy.
ANTONINE PLAGUE (165-180 A.D.)
3. JUSTINIAN PLAGUE (541-542 A.D.)
The Justinian plague occurred from 541-542 A.D. in the Byzantine Empire, during the rule of the Roman Emperor Justinian the First. The plague also afflicted the Sasanian Empire and port cities around the Mediterranean Sea. The Byzantine Empire, sometimes known as the Eastern Roman Empire because it was the eastern half of the Roman Empire, was mainly Greek-speaking. Its capital city was Constantinople. In 541 A.D., trade was flourishing in the Empire, and merchant ships carrying grain from Egypt to Constantinople harboured rats carrying fleas infected with the disease, thus spreading it throughout the Empire. Even the emperor Justinian contracted the plague, but survived. The Greek Byzantine scholar and historian Procopious writes in his history that the victim suffered from fever, chills, swollen lymph nodes under the armpits and behind the ears, abdominal and groin pain and gangrene. A number of the deceased fell into a coma for days before death and others died immediately on becoming ill. Dead bodies were left stacked in the open since there was no room to bury them and the entire city of Constantinople smelled like dead flesh. The plague decimated Constantinople and reached a point when about 5,000 people died daily. The total loss of life in the City was 40% and the total death toll in the Empire was approximately 25 million people. Gradually the plague spread to Europe, Asia, North Africa and Arabia and resulted in 30 to 50 million deaths, which accounted for about half of Europe’s population at the time. The decimation of the population caused high labour shortages, which had a tremendous impact on the military and economic power of the Byzantine Empire and resulted in its decline.The high mortality rate of the plague had a profoundly negative impact on the world at the time.
JUSTINIAN PLAGUE (541-542 A.D.)
4. BLACK DEATH (1347-1351 A.D.)
In the middle of the 14th century, and specifically in 1348, a very devastating global pandemic known as the Black Plague spread throughout Asia, North Africa and Europe. The disease arrived in Italy on rat infected ships coming from Asia to the Black Sea via Sicily. Most of the sailors on the ships were already dead upon arrival. Over the next five years the plague spread throughout Europe, resulting in 25 million deaths, one-third of Europe’s population. Medical knowledge had stagnated during the Middle Ages (or medieval period), mainly because the Church was very influential at the time and suppressed science and technological development. The Church also considered cats evil creatures and had ordered that all cats, that could have killed the rats, be eliminated. In parts of Europe the plague killed 2000 people a day, and in many crowded European cities, such as Paris, Florence, Hamburg and London, half or more of the population died. The Church was hard-hit because priests, monks and nuns cared for the diseased and became ill themselves. The total number of deaths in Europe, Asia and North Africa surpassed 200 million. In the Middle East, especially in Iran, Iraq and Syria, over one third of the population died, and 40% of Egypt’s population. The Italian writer Giovanni Boccaccio, who resided in Florence at the time and lived through the plague, writes that Infected fleas that attached themselves to rats and then to humans spread the plague and the victim developed swelling, tumors on the neck, armpits or groin and most died within a week. Others were infected by breathing the exhaled air of the diseased and affected their respiratory system and blood. The Black Death pandemic was characterized by swelling, developing tumors, darkening the body, bleeding under the skin and gangrene of the fingers, toes, and nose. It is believed that the plague finally ended through the use of quarantine. At the end of the pandemic, the huge decline in population in Europe brought severe labour shortages and skyrocketing wages, and it took a long time for the economies to recover. It took Europe nearly 200 years to regain the same population that had existed before the disease.
BLACK DEATH (1347-1351 A.D.)
5.THE SPANISH INFLUENZA (1918-1920 A.D.)
The influenza pandemic of 1918, was the most severe in recent history. Although the exact origin of this pandemic is unknown, it is believed to have been of avian origin. It was given the name Spanish Influenza (Flu) because it was first reported in Spain. Spain had not taken part in the First World War and the Spanish media were therefore not censored, and were free to report the news. The flu first appeared in Europe, America and parts of Asia and gradually spread worldwide. One theory is that the flu originated in China, and came into Europe when the British and French governments recruited Chinese workers as laborers to perform manual work while their own citizens were engaged in the War. The disease spread rapidly and governments ordered the closure of public places, schools, libraries, theatres, churches and other places that led to public gatherings. People were obligated to wear masks, avoid close contact with each other and stay indoors. The disease was an unusually lethal influenza, affecting all ages.The skin of the victim turned blue and the lungs filled with fluid leading to suffocation. Victims died within hours or days after having developed symptoms of the flu, and 25 million people died during the first 25 weeks of the outbreak. It is estimated that 500 million people, or one-third of the world’s population, were infected with the virus, and up to 100 million died worldwide. These are approximate numbers since no medical records were reported in many places. The pandemic lasted for two years. It is considered the deadliest pandemic in human history, and was probably worsened by the lack of nutrition and the appalling conditions of the soldiers and citizens during and after World War One. More American soldiers died of the Spanish flu than were killed in the War. The flu ended by the autumn of 1920. The economic repercussions were devastating. Real Gross Domestic Product (GDP) and consumption per Capita of the average country (adjusted for inflation) were reduced by between 6 to 8%., and in financial markets real stock returns (adjusted for inflation) were -26%.
During the first wave of emigration, Greeks immigrated mainly to the United States.
Previously, between 1855 and 1890, immigrants to the United States were mainly from England, Ireland, Germany and the Scandinavian countries. They were fleeing poverty and political and religious persecution, and were looking for personal freedom and a better life.
In the last two decades of the 19th century, immigrants from other countries, in particular Italy and Greece, started immigrating to the United States. A small number of Greeks had gone to the United States after the 1821 War of Independence against the Ottomans. But they didn’t start immigrating in larger numbers until the 1880s and 1890s and the first two decades of the 20th century, up until the outbreak of the First World War (1914-1918). In 1892 the U.S. government opened an immigration centre on Ellis Island in New York Harbour to process the new immigrants who were starting to arrive in droves.
The early immigrants arrived on steamships. They travelled at their own risk, since all immigration processing was done in the U.S.A. at the port of arrival, and there was no guarantee they would be approved for admission. First and second-class passengers were considered affluent and did not undergo inspection at the Ellis Island Immigration Centre. They underwent only a cursory inspection aboard the ship and were free to enter the country. However, if they had medical or legal issues, they would be sent to Ellis Island for a thorough inspection. The third- class passengers travelled in overcrowded and unsanitary conditions in the hull of the ship, and when the ship anchored in the Hudson River at New York, they often waited for days on board ship before they were transferred by ferry to Ellis Island to undergo a legal and medical examination. It was said that the medical doctor conducted a mere “six second physical” to decide whether to admit a passenger into the country or deport him/her back home. The immigration inspection, however, took 3 to 5 hours. Although Ellis Island had the reputation of an “Island of Tears”, most immigrants were granted entry. Usually the only reasons for deportation were if a passenger had a contagious disease, in particular tuberculosis, or was deemed likely to become a public charge.
In 1897, a fire on Ellis Island burned down the Immigration Centre, and all the immigration records from the period between 1855 and 1897 were destroyed. A new building was constructed, and opened on December 17, 1900, to receive and process new immigrants. It is recorded that in 1907 more than 1.25 million immigrants were processed at Ellis Island Immigration Office, a record that was not broken again for the next 80 years. The records state that from its opening in 1892 until 1954, over 12 million immigrants entered the United States through the Ellis Island port.
The first Greek immigrants were mainly men and were often considered suspect by the authorities and the established communities in the United States.
Greek men arriving at Ellis Island in New York Harbour in 1911
Between 1880 and 1920, the majority of Greek immigrants to the U.S.A. were young men whose intention was to work in order to earn some money and then return back home. In the early 20th century, about 30 percent of the Greeks did return to Greece permanently. But many remained in the United States. Though some got married, many of them never did. Several of these unmarried Greek men returned to Greece 20-30 years later, after the Second World War, to find a wife to take back with them to America and to start a family.
Life in America was hard for the early immigrants. They were labourers, and winters were harsh. They worked long hours for low wages, and often had to endure verbal and physical abuse. Many of the first Greek immigrants started out as busboys, shoeshine boys, peddlers and fruit and vegetable merchants. They later opened their own restaurants, bakeries, grocery stores, shoeshine parlours, barber shops, and tailor shops. A lot of the early immigrants went to work in textile mills and shoe factories in New York, Pennsylvania, New England and other Northeastern States.
In the decade before the First World War, some of the immigrants started moving further West to Colorado, Idaho, Wyoming and Utah to work in the coal and copper mines or in the construction of roads and railroads. They were attracted to the heavy industry of the Mid- Western States of Illinois, Michigan, Ohio and Wisconsin. Florida was also a popular destination for the early 20th century Greek immigrants because of its warm climate. Many Greeks from the Islands of Aegina and Hydra, and later Kalymno, Halki and Symi settled in Tarpon Springs, Florida, where they developed the sponge industry. Still others went all the way to California.
Although Greek immigrants arrived in America expecting to find freedom and social justice, they faced many problems. Before the First World War, there was increasing opposition to Greek immigration. Greeks, along with Catholics and Jews, were resented and discriminated against. Because they spoke little or no English, and because they were Orthodox Christians, Greeks were viewed with suspicion by the earlier, largely Protestant settlers who had come from Northern and Western Europe and had already established their own communities and considered themselves the true Americans.
In Chicago, where many Greeks had settled, there was great resistance to them selling food on the streets from push carts, and the city passed an ordinance prohibiting the sale of food on the streets. In Idaho, Greeks were banned from public parks and certain neighbourhoods. In Kansas City, Missouri, the Greeks were not allowed to go into barber shops, and were called “debos”, like the Italians. In the West, Greeks were banned from many restaurants: signs in windows assured patrons that the restaurant was pure American, with “No Rats. No Greeks”. Help-Wanted signs in store windows advised: “No Greeks need apply”. In Rhode Island there was opposition to Greek lobster fishermen because the local merchants resented the competition. In many places Greek businesses were targeted just for jeopardizing the businesses of established local merchants.
There were a number of anti-Greek riots. In 1909, in South Omaha, Nebraska, an altercation between a Greek and the police incited riots. Over 3000 Greeks were ordered to leave, and their properties were looted and burned. In 1912 there was an uprising in Washington State against Greek lumbermen in Grays Harbour, and hundreds were expelled from the town. In 1916, an Arizona labour journal accused Greek businesses of imperiling the future of local merchants, informing readers that Greeks were a menace to them. In 1917, an anti-Greek riot erupted
in Salt Lake City, Utah, where the largely Mormon population deemed the Greeks ignorant and dangerous, unfit for citizenship.
The growing resistance to the new immigrants from the established communities led to changes in U.S. immigration policy after WWI. It became more difficult for immigrants from Southern and Eastern Europe to enter the United States. There was also fear of the Italian Mafia and the growing fear of Communism, and immigrants from Southern Europe were suspect. In 1921, Quota Laws were enforced, and in 1924 the National Origins Act was instigated. These imposed restrictions on the number of Greeks and other non-Western European immigrants allowed to enter the United States. After 1924 only 100 Greeks per year were allowed entry. The immigration procedure was also changed. American Consulates were set up in many countries to screen applicants in their countries of origin. It therefore became much more difficult for Greeks to immigrate to the United States for the next 25 years.
In response to prejudice, on July 26, 1922, Greek immigrants founded the American Hellenic Educational Progressive Association (AHEPA). Its initial mission was to help Greek immigrants assimilate into American society, to promote philanthropy and education, and to preserve the Hellenic Identity of the Greek immigrants.
Despite all the difficulties the first Greek immigrants faced in the United States, they were successful because of their perseverance and hard work, their Chrisitan Orthodox faith, and their commitment to family and education. Their offspring have been successful in many fields: law, medicine, dentistry, science and technology, academia, business, real estate, the food industry, sports, journalism, the fashion industry, the entertainment industry, the military, and in politics at all levels of the U.S. government.
I firmly believe that it is high time for the British Government to return the Parthenon Marbles to Greece to be placed in their proper place in the new Acropolis Museum in Athens. The large number of missing sculptures in the Museum’s reconstruction of the magnificent Parthenon frieze is dramatically noticeable, and a sad reminder of all the invasions, occupations and theft that robbed Greece of her glorious past. It would be a virtuous gesture by England, a nation that prides herself on being noble and honourable, to return the Parthenon Marbles to their rightful home in the new Acropolis Museum in Athens.
During the period 1453-1832, Greece was occupied by the Muslim Ottoman Turks as part of the Ottoman Empire. In 1801, the British nobleman, Lord Elgin, who was a British ambassador to the Ottoman Empire, ordered that about half of the surviving sculptures of the Parthenon be removed and taken to England, along with sculptures from the Propylaea and Erechtheion in Athens. The Marbles, also known as the Elgin Marbles, were taken by sea to England. In 1816, Lord Elgin sold them to the British government to be placed in London’s British Museum, where they have been on display ever since. There is not any doubt that Lord Elgin stole the artifacts, which makes their sale to the British government illegitimate, and they should be returned to Greece.
The remaining Parthenon Marbles that were not removed by Elgin are displayed in the New Acropolis Museum in Athens, which is equipped with state-of-the-art technology and facilities for the protection and preservation of exhibits, receiving an honorary award for architecture from the American Institute of Architects. The Greek government and many prominent people and international organizations have petitioned numerous times for the restitution of the Parthenon Marbles to Greece. They include the following:
ACADEMICS: Michael Dummett, David Lowenthal, John Gould, and Peter Levi.
ACTORS & ACTRESSES: Melina Mercouri, George Cloony, Joanna Lumley, Matthew Damon, Judi Dench, Emma Thompson, Vanessa Redgrave, Juliet Stevenson, Julie Christie, Janet Suzman, Frances De La Tour, Sean Connery, Sir Ian McKellen, Sir Peter Ustinov, and Trevor Nunn.
JOURNALISTS: Neal Ascherson, Jonathan Dimbleby, Isabel Hilton, Peter Tory, Simon Jenkins, the BBC TV host Steven Fry and American author Christopher Hitchens.
INTERNATIONAL ORGANIZATIONS: The Australian, British, Swiss committees, UNESCO, and the President Xi Jinping of China.
POLLS: In England a substantial majority of the British people are also in favour of returning the Marbles to Greece.